ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΑΒΟΦΩΝΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΠΟΙΜΝΙΟΝ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Μία ἀπό τάς δώδεκα ἑνορίας τοῦ Πατριαρχείου, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τήν Μητρόπολιν Ἄκκρης-Πτολεμαΐδος τοῦ βορείου Ἰσραήλ, εἶναι ἡ ἀραβόφωνος Ἑλληνορθόδοξος Κοινότης εἰς τήν κώμην Μπεάνε. Ἡ πόλις Μπεάνε ἀριθμεῖ περίπου 6.500 κατοίκους, Χριστιανούς καί Μουσουλμάνους. Ἐκ τῶν 1000 χριστιανῶν κατοίκων τῆς πόλεως, οἱ 800 εἶναι Ὀρθόδοξοι. Ὁ ναός αὐτῶν εἶναι ἀφιερωμένος εἰς τήν Ἁγίαν Βαρβάραν, μικρός, ἀπέριττος, ἀλλά σεμνός καί ὑποβλητικός.

Εἰς τόν ναόν τῆς ἑνορίας ταύτης ἔφθασεν ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος Γ’ μετά 3ωρον αὐτοκινητικήν πορείαν, συνοδευόμενος ὑπό τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου καί τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Ἀριστάρχου, Γέροντος Ἀρχιγραμματέως καί Ἁγιοταφιτῶν ἱερέων.

Θερμή ὑπόδοχή ἐπεφυλάχθη εἰς τόν Μακαριώτατον καί τήν συνοδείαν Αὐτοῦ εἰς τήν εἴσοδον τοῦ Ναοῦ ὑπό τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἐπιτρόπου Ἄκκρης, Ἀρχιμανδρίτου Φιλοθέου, τοῦ ἱερέως π. Νάσσερ, Προϊσταμένου τοῦ ἱεροῦ ναοῦ καί ἱερέων τῶν ὁμόρων κωμῶν τοῦ Μπεάνε.

Ἐνδυθείς ὁ Μακαριώτατος τόν μανδύαν, εἰσώδευσεν εἰς τόν ναόν, ἐν ᾧ οἱ ἱερεῖς ἔψαλλον τό τροπάριον: «Βαρβάραν τήν Ἁγίαν ὑμνήσωμεν, ἐχθροῦ γάρ τάς παγίδας συνέτριψεν…», καί ἐχοροστάτησεν εἰς τόν Ὄρθρον, ηὐλόγησε τούς ἄρτους καί προεξῆρξεν ἐν συνεχείᾳ τῆς θ. Λειτουργίας, συλλειτουργούντων Αὐτοῦ τοῦ Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Ναζαρέτ κ. Κυριακοῦ καί τῶν δύο ὡς ἄνω μνημονευθέντων Ἀρχιερέων.

Ἡ θ. Λειτουργία, ἡ πρώτη Πατριαρχική εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ναόν, μετά πάροδον δεκαετιῶν, ἥνωσε καί πάλιν ὅλον τό ἐκκλησίασμα εἰς ἕν σῶμα, Σῶμα Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας κεφαλή εἶναι Αὐτός ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία καί ἡ θ. Λειτουργία ἐγένοντο καί πάλιν φανέρωσις τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἰς τήν γῆν, φανέρωσις τῆς δόξης Αὐτοῦ. Εἰς τήν θ. Λειτουργίαν ὁ οὐρανός κατῆλθε καί πάλιν εἰς τήν γῆν καί ἡ γῆ ἀνυψώθη πρός τόν οὐρανόν. Οἱ μετέχοντες εἰς τήν θ. Λειτουργίαν ἤρθησαν εἰς κατάνυξιν βαθεῖαν καί ηὐχαρίστησαν ἐκ βάθους καρδίας διά τό δῶρον τοῦτο τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἀχράντου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος Αὐτοῦ εἰς τό ποίμνιον. Τό σεμνόν λειτουργικόν ἦθος τοῦ Προκαθημένου τῆς θ. Λειτουργίας καί τό σεμνόν κατανυκτικόν βυζαντινόν μέλος τῆς χορῳδίας τοῦ Σαχνίν, διευθυνομένης ὑπό τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἐπιτρόπου Ἄκκρης Ἀρχιμανδρίτου π. Φιλοθέου, συνέβαλαν τά μέγιστα εἰς τοῦτο.

Ὁ Μακαριώτατος εἰς τόν λόγον Αὐτοῦ ἀνεφέρθη εἰς τόν ἑορταζόμενον Ἁγιον Εὐαγγελιστήν Λουκᾶν, ὡς τόν ἐγκαταλείψαντα τήν πλάνην τῶν εἰδώλων, τόν πληρωθέντα Πνεύματος Ἁγίου, τόν ἀκολουθήσαντα τόν ἀπόστολον Παῦλον, διδαχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου, συγγράψαντα τό τρίτον Εὐαγγέλιον καί τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, διαδόσαντα παγκοσμίως τό Εὐαγγέλιον καί γενόμενον παγκοσμίως γνωστόν καί ἐπιτελοῦντα σημεῖα καί θαύματα, μαρτυρούμενα ὑπό τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Μετά τήν θ. Λειτουργίαν ἐπηκολούθησε δεξίωσις εἰς τήν παρά τόν ναόν αἴθουσαν. Εἰς τήν δεξίωσιν ταύτην ἔλαβον χώραν σύντομοι προσφωνήσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἀναφέρονται αἱ ἀκόλουθοι:

Προσφωνῶν ἐν συντομίᾳ ὁ ἰατρός Χαλήλ Ἀντράους, ἐτόνισε τήν σημασίαν τῆς ποιμαντικῆς ἐπισκέψεως τοῦ Μακαριωτάτου ὡς γεγονότος ἑνότητος τοῦ ποιμνίου καί τήν σημασίαν τοῦ ἀξιώματός Του ὡς προστάτου καί φύλακος τῶν προσκυνημάτων, τῆς ταυτότητος καί τῆς περιουσίας τῶν χριστιανῶν εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν.

Ἀκολούθως ὁ Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ ἱερεύς π. Νάσσερ, ηὐχαρίστησε τόν Μακαριώτατον διά τό ἔμπρακτον ἐνδιαφέρον Αὐτοῦ ὑπέρ τῆς Κοινότητος Μπεάνε, ἐκδηλουμένου διά τῆς ἐπισκέψεως ταύτης καί δι’ ἄλλων.

Ὁ σεΐχης τῆς Ἄκκρης Σαμήρ Ἄσση προσφωνῶν, εἶπε ὅτι προσδίδει τιμήν εἰς τήν πόλιν ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Πατριάρχου καί ὅτι αὕτη προσθέτει πολλά εἰς τήν εἰρηνικήν συμβίωσιν καί συνεργασίαν τῶν ὀπαδῶν τῶν διαφορετικῶν θρησκευμάτων εἰς τήν πόλιν. Ὅτι χρέος ὅλων τῶν πιστῶν εἶναι νά ἀγαποῦν ἀλλήλους. Ὑπάρχει μία ρῆσις: «Μήν φοβᾶσαι αὐτόν πού φοβᾶται τόν Θεόν. Νά φοβᾶσαι αὐτόν πού δέν φοβᾶται τόν Θεόν». Ἡ πίστις εἶναι πορεία συνεχής πρός τόν Θεόν καί ἑδραίωσις τῆς κοινωνίας. Ἡ συνεργασία ἡμῶν εἰς Ἄκκρην εἶναι ὑποδειγματική. Αἰσθανόμεθα τήν ἑνότητα».

Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Ράϊκ Ζαρζούρα εἶπεν ὅτι πρώτη φορά ἐπισκέπτεται Πατριάρχης τό Μπεάνε καί ὅτι ἡ Πατριαρχία Αὐτοῦ ἐγγυᾶται τήν διασφάλισιν τῆς ταυτότητος καί τῆς διαμονῆς τῶν χριστιανῶν εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν καί τῆς διατηρήσεως τῶν ἁρμονικῶν σχέσεων Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων.

Τέλος, ἀπαντῶν ὁ Μακαριώτατος, εἶπε περίπου τά ἑξῆς:

«Ἐκφράζομεν τήν βαθείαν Ἡμῶν ἀγάπην πρός ὅλους. Χαιρόμεθα διά τήν συνύπαρξιν Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων εἰς τήν περιοχήν ταύτην καί διά τήν πρόοδον εἰς τόν κοινωνικόν τομέα καί εἰς ἄλλους τομεῖς. Ἡ Ἡμετέρα ἐπίσκεψις εἶναι καθῆκον Ἡμῶν. Τασσόμεθα ὑπέρ τῆς προόδου, ὡς ἀνέφερε καί ὁ λίαν ἀγαπητός εἰς Ἡμᾶς καί εἰς τόν λαόν, σεΐχης Σαμήρ Ἄσση εἰς τήν Ἄκκρην ὅτι τό ἀξίωμα τοῦ Πατριάρχου εἶναι σύμβολον ἀγάπης, εἰρήνης, δικαιοσύνης συνυπάρξεως καί ἀνεκτικότητος, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τοῦ Πατριάρχου Σωφρονίου καί τοῦ Χαλίφου Ὁμάρ Χατάμπ. Εἰς τό θέμα τοῦτο ἀνεφέρθημεν εἰς τό Πανεπιστήμιον τοῦ Georgetown, ὅτε πρό ἡμερῶν ἤμεθα προσκεκλημένοι, εἰς συνέδριον μέ θέμα τήν ἐξομάλυνσιν τῶν σχέσεων Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλάμ. Εἰς τό συνέδριον τοῦτο οἱ πάντες συνεφώνησαν διά τήν τεραστίαν σημασίαν τοῦ διαλόγου. Ἡμεῖς δέν ὁμιλοῦμεν ἁπλῶς διά διάλογον ἀλλά διά συνύπαρξιν. Θέλοντες δέ νά συμβάλωμεν εἰς τήν πρόοδον τῆς Κοινότητος, προσφέρομεν χρηματικήν δωρεάν καί εἰκόνα διά τόν Ναόν».

Εὐχαριστοῦντες πάντες καί δοξολογοῦντες τόν Θεόν ἐπί τῇ ποιμαντικῇ ἐπισκέψει τοῦ Μακαριωτάτου, ἐπορεύθησαν εἰς τήν παρατεθεῖσαν τράπεζαν ὑπό τῆς Κοινότητος.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_0_placeholder




ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΤΙΜᾼ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟΝ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

Τήν Τετάρτην, 17/28-10-2009 ὥραν 10.30′ π.μ., ἐξεκίνησεν ἀπό τοῦ Πατριαρχείου ἡ χορεία τῶν Ἁγιοταφιτῶν Πατέρων, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου τοῦ Γ’ καί κατῆλθεν εἰς τό Καθολικόν τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως.

Ἐνταῦθα, παρουσίᾳ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα, κ. Σωτηρίου Ἀθανασίου καί τῇ συμμετοχῇ πολλῶν προσκυνητῶν, ἐτελέσθη εὐχαριστήριος Δοξολογία εἰς τόν Θεόν διά τήν ἐλευθερίαν, τήν ὁποίαν μετά τάς δοκιμασίας ἐχάρισεν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς εἰς τό ἔθνος ἡμῶν, ἰδίᾳ ὅμως τήν 28ην Ὀκτωβρίου 1940, ὅτε ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς ἐκ τῶν δυνάμεων τῆς βίας καί τοῦ σκότους, καί ὡς ἐπιμνημόσυνος δεήσις ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν ἡρωϊκῶς ἀγωνισαμένων καί ἐνδόξως πεσόντων ἀγωνιστῶν.

Ἡ Δοξολογία ἦτο ἐποφειλομένη εἰς τόν Θεόν εὐχαριστία ὀφειλή ἀποτίσεως μνήμης εἰς τούς ἀνδρείους ἀγωνιστάς τοῦ 1940.

Μετά τήν Δοξολογίαν ἐπηκολούθησεν ἄνοδος εἰς τήν αἴθουσαν τοῦ Θρόνου, ἔνθα ὁ Μακαριώτατος προσεφώνησε τούς Πατέρας, τόν κ. Γενικόν Πρόξενον καί πολλούς προσκυνητάς, λέγων:

«Χρέος ἱερόν ἐπιτελοῦντες οἱ Ἁγιοταφῖται, κατήλθομεν εἰς τόν Ναόν τῆς Ἀναστάσεως τῇ συνοδείᾳ προσκυνητῶν καί ηὐχαριστήσαμεν τόν Θεόν διά τήν λάμψιν τοῦ φωτός ἐναντίον τοῦ σκότους καί ἐδεήθημεν ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν ἀγωνισαμένων καί πεσόντων.

Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940 εἶναι ὁρόσημον σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς καταδίκης τοῦ μισαλλοδόξου Ναζισμοῦ.

Ζήτω τό Ἔθνος, Ζήτω ἡ Ἑλλάς, Ζήτω ἡ 28η Ὀκτωβρίου».

Ὁ Γενικός Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα κ. Σωτήριος Ἀθανασίου ἀνέγνωσε τό κάτωθι μήνυμα τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν κ. Σπύρου Κουβέλη:

«Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η εποποιία των Ελλήνων μαχητών του ’40 συνιστά ένα γεγονός χαραγμένο ανεξίτηλα στην συλλογική μνήμη των Ελλήνων και ταυτόχρονα παράδειγμα πρός μίμηση για τους όλους τους λαούς που μάχονται για τα ιδανικά της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας. Σήμερα, ο απανταχού Ελληνισμός γιορτάζει την νίκη της δημοκρατίας εις βάρος του ολοκληρωτισμού, της ανελευθερίας και της κατάφορης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μέσα σε ένα διεθνές σύστημα, το οποίο κατέρρεε υπό την πίεση ολοκληρωτικών καθεστώτων που επιβουλεύονταν τις κλασσικές αξίες και τα ιδανικά, πάνω στα οποία είχε οικοδομηθεί ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα, οι Ελληνες, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης ή πολιτικών πεποιθήσεων, αγωνίστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις ενάντια στον κατακτητή. Οι Ελληνες απανταχού της γης, με την υψηλή συναίσθηση του καθήκοντος που τους διακρίνει και χάρη στην ανιδιοτελή τους αγάπη για την Πατρίδα, συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτόν τον αγώνα, προκαλώντας παγκόσμιο θαυμασμό και κατάπληξη.

Την αγωνιστικότητα, την επιμονή για δικαιοσύνη και ελευθερία που ενέπνευσε τους ήρωες του ’40 οφείλουμε και εμείς οι σύγχρονοι Ελληνες να ενστερνιζόμαστε στον καθημερνό μας βίο, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις δύσκολες προκλήσεις με τις οποίες τιθέμεθα αντιμέτωποι καθημερινά. Η προστασία του περιβάλλοντος, η δημιουργία ενός κόσμου βιώσιμου για τα παιδιά μας και για τις μελλοντικές γενεές είναι μόνο μερικοί από τους στόχους για την επίτευξη των οποίων χρειαζόμαστε την αμέριστη συμπαράστασή σας.

Θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι η Ελλάδα είναι υπερήφανη για την ομογένεια της και για όσα αυτή έχει επιτύχει. Αυτή η διαπίστωση μας γεμίζει με τεράστια ευθύνη. Σκοπός μας είναι να προσπαθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις να σας κάνουμε υπερήφανους για την χώρα από την οποία κατάγεστε. Σε αυτή την προσπάθεια σας θέλουμε όχι απλά συμπαραστάτες, αλλά και συνοδοιπόρους, ούτως ώστε να υλοποιηθει το κοινό μας όραμα για την περαιτέρω ενδυνάμωση του Οικουμενικού Ελληνισμού».

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_1_placeholder




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ ΕΠΑΝΑΚΟΜΙΔΗΣ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΑΒΒΑ

Δύο ἔτη μετά τήν συνάντησιν τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρου καί τοῦ Πάπα Παύλου VI εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν καί εἰς τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, τόν Δεκέμβριον τοῦ 1963, ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἐπέστρεψε εἰς τήν Σιωνίτιδα Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν τό λείψανον τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, τό ὁποῖον εἶχον μεταφέρει οἱ Σταυροφόροι εἰς Βενετίαν.

Μετά τάς γενομένας συνεννοήσεις καί προετοιμασίας, τό λείψανον τοῦ Ἁγίου Σάββα ἔφθασε εἰς τά Ἱεροσόλυμα τήν 13ην μηνός Ὀκτωβρίου τοῦ 1965, συνοδευόμενον ὑπό τῆς εἰς Ἰταλίαν πρός τοῦτο μεταβάσης ἀποστολῆς τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ἀποτελουμένης ὑπό τοῦ νῦν Μητροπολίτου Καισαρείας κ. Βασιλείου, τοῦ νῦν Μητροπολίτου Ναζαρέτ κ. Κυριακοῦ (τότε Ἱεροδιακόνου) καί τῶν μακαριστῶν Μητροπολιτῶν Πέτρας Γερμανοῦ καί Ἀρχιμανδρίτου Σεραφείμ, πνευματικοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα.

Ἀπό τήν Πύλην τοῦ Δαβίδ τό ἱερόν λείψανον μετεφέρθη τότε ἐν πομπῇ εἰς τόν Ναόν τῆς Ἀναστάσεως, ὅπου καί παρέμεινε διά μίαν ἑβδομάδα πρός προσκύνησιν.

Ἐν συνεχείᾳ τό σεπτόν λείψανον μετεφέρθη εἰς τήν Ἱεράν Μονήν, τήν ἱδρυθεῖσαν ὑπό τοῦ Ὁσίου Σάββα, ἔνθα καί παρέμεινεν ἔκτοτε ὡς θησαυρός καί κειμήλιον, ὡς πηγή δυνάμεως καί ἰάσεων διά τούς Πατέρας τῆς Μονῆς καί τούς ἐπισκέπτας αὐτῆς.

Τό γεγονός τοῦτο τῆς ἐπανακομιδῆς καθιερώθη νά ἑορτάζεται εἰς τό ἑξῆς εἰς τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, πανηγυρικώτερον ὅμως εἰς τήν Ἱεράν Λαύραν τοῦ Ὁσίου Σάββα, πρός ἥν καί ἀποστέλλεται ἀρχιερατική συνοδεία ἐξ Ἱεροσολύμων τήν 13ην Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους, δι’ ἀκολουθίας συγγραφείσης ὑπό τοῦ ὑμνογράφου μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν Νικοδήμου καί δι’ ἀκολουθίας Χαιρετισμῶν πρός τόν Ἅγιον, ἐκπονηθείσης ὑπό τοῦ ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας μακαριστοῦ  π. Γερασίμου Μικραγιαννανίτου.

Ἡ ἑορτή ἑωρτάσθη καί ἐφέτος συμφώνως πρός τό Ἁγιοσαββιτικόν τυπικόν δι’ ὁλονυκτίου ἀγρυπνίας, ἧς προεξῆρξε ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος Γ’, προσελθών ἀφ’ ἑσπέρας εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τοῦ Ὁσίου Σάββα μετά συνοδείας τοῦ Γέροντος Ἀρχιγραμματέως, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης Ἀριστάρχου καί ἱερέων τοῦ Πατριαρχείου.

Ἰδιαιτέραν συγκίνησιν προεκάλεσε καί πνευματικήν ἀνάτασιν ἐδημιούργησεν εἰς τούς μετασχόντας εἰς τήν ἑορτήν ἡ παρουσία τῆς συνοδείας τῶν Δανιηλαίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ἀκριβής βυζαντινή ψαλμῳδία αὐτῶν καί ἡ πολύτιμος μεγάλη ἐπηργυρωμένη εἰκών τῆς Παναγίας Τριχερούσης, τήν ὁποίαν ἐφιλοτέχνησε ὁ Δανιηλαῖος Ἱερομόναχος ἁγιογράφος π. Δανιήλ, χορηγοῦντος χρηματικῶς τοῦ Ἁγιοπαυλίτου μοναχοῦ π. Νικοδήμου κατά τό πρότυπον τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας Τριχερούσης, τῆς φυλασσομένης εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μεταφερθείσης εἰς αὐτήν ὑπό τοῦ Öσίου Σάββα τοῦ Σέρβου, ὅτε οὗτος ἐπεσκέφθη τήν Μονήν τοῦ Ἁγίου Σάββα, τόν 13ον αἰ.

Εἰς τήν ἀκολουθίαν καί τήν θ. Λειτουργίαν μετέσχον παρακολουθοῦντες ἐν κατανύξει βαθείᾳ πολλοί ἀραβόφωνοι Ὀρθόδοξοι πιστοί τοῦ Πατριαρχείου ἐκ Βηθλεέμ, Μπετζάλλας καί Χωρίου τῶν Ποιμένων.

Εἰς τούτους ἐκήρυξε τόν θεῖον λόγον ὁ Μακαριώτατος, τονίζων ἰδιαιτέρως τήν ἀρετήν τοῦ Ὁσίου Σάββα, τήν ὁσιότητα, ἐγκράτειαν ἀλλά καί τήν ἱεραποστολικήν ποιμαντικήν δρᾶσιν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί κατά τῆς κακοδοξίας τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καί τήν εὐλογίαν τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου διά τήν Μονήν καί τούς ἐπισκέπτας αὐτῆς.

Ἡ ὅλη ἑορτή εἰς τό ἔρημον περιβάλλον τῆς Λαύρας, τῆς ἀνακαινισθείσης εἰς παρεκκλήσια, ἁγιογράφησιν καί χώρους διαμονῆς ὑπό τοῦ ἀσκητικοῦ ἀλλά καί φιλέργου πνευματικοῦ αὐτῆς, Ὁσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Εὐδοκίμου, ἔγινε σταθμός πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ, ἐπικοινωνίας πνευματικῆς μετά τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Μονῆς Ὁσίου Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, τοῦ  Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ Ὁσίου Ξενοφῶντος καί ἄλλων ἐγκαταβιωσάντων ἐν αὐτῇ καί κοινωνίας τῶν Ἁγιοταφιτῶν καί Ἁγιορειτῶν Πατέρων.

Μετά τήν θ. Λειτουργίαν ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος προσεφώνησε τούς Πατέρας καί τό ἐκκλησίασμα ὡς ἑξῆς:

«Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος συνήγαγεν ἡμᾶς σήμερον εἰς τήν Λαύραν τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, ἔνθα ἑορτάζομεν διπλῆν ἑορτήν, τῆς ἐπανακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Σάββα και τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας Τριχερούσης, τήν ὁποίαν ἐζωγράφισεν ὁ Δανιηλαῖος μοναχός Δανιήλ, ἐκ τῆς εἰκόνος, τήν ὁποίαν ἐφύλασσεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ἡ ὁποία μετεφέρθη εἰς Ἱεράν Μονήν Χιλανδαρίου ἀπό τόν Ἅγιον Σάββαν τόν Σέρβον. Διά τῶν δύο γεγονότων τούτων κατανοοῦμεν τήν σημασίαν τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, τό παρόν, τό παρελθόν καί τό μέλλον ἑνούμενα εἰς ἕν ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτον τόν Χριστόν ζῶμεν ἡμεῖς εἰς τό Ἅγιον Προσκύνημα καί ἀρχαιώτατον μοναστήριον τούτο, μετέχοντες εἰς τήν θ. Λειτουργίαν.

Εὐχόμεθα διά πρεσβειῶν τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, τοῦ Ἅγίου Νικολάου, Ἐπισκόπου Μύρων καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ τήν ὑγιείαν ψυχῆς καί σώματος εἰς τούς ἐν τῇ Μονῇ ἀσκουμένους, εἰς τούς προσκυνητάς τῆς Λαύρας καί εἰς τήν Ἁγιοταφιτικήν  Ἀδελφότητα ἡμῶν. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ προστάτις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡμεῖς ἔχομεν συλλειτουργούς τούς διακόνους Αὐτῆς καί ἐκπροσώπους τῆς Ἁγιορειτικῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο πρόξενοι τῆς ἐπανόδου τῆς ἁγίας εἰκόνος Αὐτῆς, τούς ὁποίους καί εὐχαριστοῦμεν καί εὐχόμεθα ἡ εἰκών νά παραμείνῃ ὁ σύνδεσμος μεταξύ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων καί Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων ἡμῶν. Ἀμήν. Ἔτη πολλά».

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας.

ngg_shortcode_2_placeholder




Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΚΛΗΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Εἷς τῶν ἐντός τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος ἱερῶν ναῶν μετά τόν Πατριαρχικόν καί Μοναστηριακόν Ναόν τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης εἶναι τῆς Ἁγίας πρωτομάρτυρος καί ἰσαποστόλου Θέκλης.

Ἡ Ἁγία Θέκλα, ὡς γνωστόν, κατήγετο ἐξ Ἰκονίου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί δεκαοκταετής οὖσα εἱλκύσθη εἰς τόν χριστιανισμόν ἀπό τόν Ἀπόστολον τῶν Ἐθνῶν Παῦλον, τόν ὁποῖον ἠκολούθησεν εἰς τήν Ἀντιόχειαν τῆς Πισιδίας, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τόν μνηστῆρα αὐτῆς, Θάμυριν. Ἐκήρυξε τόν Χριστόν, ἐτέλεσε σημεῖα καί θαύματα, ὑπεστη πολλά βασανιστήρια καί διασωθεῖσα θαυματουργικῶς κατέληξεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας καί ἐκεῖθεν εἰς Σελεύκειαν, ἔνθα ἐτελεύτησε ἐνενηκοντούτις οὖσα. Διά τοῦτο καί χαρακτηρίζεται ὡς ἡ πρωτομάρτυς ἐκ γυναικῶν καί ἰσαπόστολος.

Αἱ  μαρτυρίαι περί τοῦ ναοῦ τούτου ἀνάγονται εἰς τούς μέσους μ.Χ. αἰῶνας. Μεταξύ τῶν λίαν ἐνδιαφερόντων ἱστορικῶν καί ἄλλων στοιχείων τοῦ παρεκκλησίου τούτου ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον ἐξ ἐπόψεως ἁγιογραφίας καί ἱστορίας τῆς τέχνης παρουσιάζει ἡ συλλογή βυζαντινῶν εἰκόνων, συγκεντρωθεισῶν εἰς αὐτό ἐκ διαφόρων ναῶν καί μονῶν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου ὑπό τοῦ ἀειμνήστου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Τιμοθέου.

Δεξιά τῷ εἰσερχομένῳ εἰς τό παρεκκλήσιον ὑπάρχουν ἐγκεκολλημένοι ἐπί τοῦ τοίχου τρεῖς λίθοι: εἷς ἐκ τοῦ ὄρους Σινᾶ, εἷς ἐκ τοῦ ὄρους τῆς Ἀναλήψεως καί εἷς ἐκ τοῦ Πραιτωρίου.

Τό παρεκκλήσιον, παραμένον κλειστόν μέ τήν κανδήλαν ἀναπτομένην καθ’ ἑκάστην ὑπό τοῦ κανδηλανάπτου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, λειτουργεῖται τήν ἡμέραν τῆς μνήμης τῆς Ἁγίας Πρωτομάρτυρος καί Ἰσαποστόλου Θέκλης, τήν ἑπομένην αὐτῆς εἰς μνήμην τῶν μακαρίων καί ἀειμνήστων κτιτόρων καί ὁσάκις ἐργασίαι ἀνακαινίσεως δέν ἐπιτρέπουν τήν ἀκολουθίαν εἰς τόν ὡς ἄνω εἰρημένον ἱερόν ναόν τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης.

Ἡ τάξις αὕτη ἐτηρήθη καί ἐφέτος διά τούς Ἁγιοταφίτας Πατέρας. Τήν παραμονήν τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Θέκλης ἐγένετο πανηγυρικός Ἑσπερινός μετ’ ἀρτοκλασίας, συμμετεχόντων ἐνδεδυμένων διά τήν εἴσοδον καί τήν ἀρτοκλασίαν πολλῶν Ἁγιοταφιτῶν Ἀρχιμανδριτῶν Πατέρων, προεξάρχοντος κατά τήν μοναστηριακήν Ἁγιοταφιτικήν τάξιν τοῦ ἐφημερίου τῆς ἑβδομάδος Ἀρχιμανδρίτου π. Νικοδήμου, τελέσαντος καί τήν θ. Λειτουργίαν ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς, καί ἐν κατανύξει παρακολουθούντων τῶν Ἁγιοταφιτῶν Ἀρχιερέων καί ἱερέων, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί ἁπλοῦ λαοῦ.

Μετά τό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, οἱ Πατέρες ἐκάθισαν κατά τήν τάξιν εἰς τήν ἔξω τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καί Ἑλένης αὐλήν, εἰς χῶρον ηὐπρεπισμένον καί ἔλαβον τά κόλλυβα καί οἶνον μετά παξιμαδίου.

Αἰσθητή ἦτο ἡ κατά τό ἔτος τοῦτο ἀπουσία ἐκ τῆς ἑορτῆς τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων Μακαριωτάτου Πατρός ἡμῶν καί Πατριάρχου κ.κ. Θεοφίλου, ἀναλαβόντος ὑπερπόντιον ταξίδιον πρός Οὐάσινγκτον τῶν Η.Π.Α., ἵνα δώσῃ διάλεξιν ὡς προσκεκλημένος τοῦ Georgetown Univercity.

Ἡ Ἀδελφότης προσηυχήθη ὑπέρ ὑγιείας Αὐτοῦ καί ταχείας καί ἀσφαλοῦς ἐπιστροφῆς εἰς τήν ἕδραν Αὐτοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ.

Μετά τό τέλος τῆς θ. Λειτουργίας  οἱ Ἁγιοταφῖται Πατέρες συνήχθησαν εἰς τό Ἐπιτροπικόν διά τό κόλλυβον καί τό ἀφέψημα.

Πάντες ἐδόξασαν τόν Θεόν διά τήν πνευματικήν πανδαισίαν, τήν ὁποίαν ἐχάρισεν εἰς αὐτούς ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Ἁγίας Θέκλης πρός δύναμιν, ζωήν καί σωτηρίαν.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_3_placeholder




Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Συμφώνως πρός τάς εὐαγγελικάς διηγήσεις, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἤχθη» (Πράξ. 8,33) διά τήν σωτηρίαν ἡμῶν. Ἀπό τοῦ Πραιτωρίου διά τῆς ὁδοῦ τοῦ μαρτυρίου ὡδηγήθη «εἰς τόν Γολγοθᾶν, ὅ ἐστιν Κρανίου τόπος λεγόμενος»(Ματθ. 27,33), «ἔξω τῆς πύλης» (Ἑβρ. 13,12) καί ἐκεῖ ἐσταυρώθη, ἐκεῖ ἐτάφη εἰς καινόν μνημεῖον, (Ματθ. 27,60), ἐξ οὗ τριήμερος ἀνέστη.

Ὁ τόπος οὗτος τοῦ μαρτυρίου καί τῆς ταφῆς καί Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρέμενε κατεχωσμένος μέ χώματα καί καλυμμένος μέ εἴδωλα μέχρι καί τό 326 μ.Χ. Τό ἔτος τοῦτο ἦλθεν εἰς τήν Ἁγίαν Πόλιν ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἀπεσταλμένη τοῦ υἱοῦ αὐτῆς Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, τόν ὁποῖον εἶχεν ἐνημερώσει διά τήν κατάστασιν τῶν προσκυνημάτων ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἕν ἔτος προηγουμένως εἰς τήν Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικήν Σύνοδον.

Ἡ Ἁγία Ἑλένη, ὁδηγουμένη ὑπό τῶν χριστιανῶν τῶν Ἱεροσολύμων,  ἐνετόπισε τόν τόπον τοῦ Γολγοθᾶ καί τοῦ Τάφου τοῦ Κυρίου, εὗρε τόν Τίμιον Σταυρόν καί ἤρχισε τό ἔργον τῆς ἀνοικοδομήσεως μεγαλοπρεποῦς ναοῦ ἐπ’ αὐτῶν.

Τό θαυμαστόν τοῦτο ἔργον διήρκεσε μίαν δεκαετίαν, 326-336 μ.Χ. Ἅμα τῇ περατώσει τούτου, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐκάλεσε τούς ἐν Τύρῳ τῆς Σιδῶνος συνελθόντας Ἐπισκόπους καί πολλούς ἄλλους ἐκ πολλῶν περιοχῶν καί ἐτέλεσαν τά ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ.

Διαρκούσης τῆς τελετῆς τῶν Ἐγκαινίων, ὁ συρρεύσας λαός ἠθέλησε νά ἰδῇ τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου. Τοῦτον, λόγῳ τοῦ πλήθους, «ἀνύψωσαν», «ὕψωσαν» ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων Μακάριος μετά τῆς Ἁγίας Ἑλένης. Ὅτε ὁ λαός ἠτένισε τόν Σταυρόν, ἀνεφώνησε τό «Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον……..».

Τά ἅπαξ τελεσθέντα τότε γεγονότα ταῦτα διηυθέτησεν ἡ Ἐκκλησία, ἵνα ἑορτάζωνται κατ’ ἔτος. Τό μέν γεγονός τῶν Ἐγκαινίων τήν 13ην μηνός Σεπτεμβρίου, τό δέ γεγονός τῆς Ὑψώσεως τήν 14ην Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους. Τήν ἑορτήν ταύτην τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἑώρτασε καί ἐφέτος συμφώνως πρός τό Τυπικόν αὐτῆς  ἡ Σιωνῖτις Ἐκκλησία.

Ἀφ’ ἑσπέρας μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς Θ’ ὥρας εἰς τό Μοναστηριακόν Ναόν τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, ἐγένετο ἀπό τῆς θύρας τοῦ Κεντρικοῦ Μοναστηρίου ἐπίσημος κάθοδος τῶν Ἁγιοταφιτῶν εἰς τόν Πανίερον Ναόν τῆς Ἀναστάσεως.

Ἅμα τῇ εἰσόδῳ εἰς τόν Ναόν, ἐγένετο ἡ προσκύνησις εἰς τό προσκύνημα τῆς Ἀποκαθηλώσεως καί τοῦ Παναγίου Τάφου, ἐν συνεχείᾳ δέ ὁ Ἑσπερινός μετ’ ἀρτοκλασίας εἰς τό Καθολικόν, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου, τῶν Ἀρχιερέων καί τῶν Ἱερέων εἰσερχομένων ἐντός τοῦ ἱεροῦ Βήματος καί τῶν Συνοδικῶν προσκυνούντων εἰς τόν Φρικτόν Γολγοθᾶν.

Τήν νύκτα τῆς ἑορτῆς ἐγένετο ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ τελετή τῆς Ὑψώσεως καί ἡ θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ ἡγουμένου τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως Παρασκευοφύλακος Ἀρχιμανδρίτου π. Ἰσιδώρου.

Τήν 7.00′ π.μ. τῆς πρωΐας τῆς ἑορτῆς ἐγένετο καί πάλιν ἐπίσημος κάθοδος εἰς τόν Πανίερον Ναόν τῆς Ἀναστάσεως. Τῶν σημάντρων κρουσθέντων καί τοῦ Πατριάρχου καί τῶν Ἀρχιερέων ἐνδυθέντων, ἔλαβε χώραν κατανυκτική καί μεγαλοπρεπής θ. Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου, συλλειτουργούντων τῶν Ἀρχιερέων τοῦ Θρόνου, τοῦ ἐξ Ἑλλάδος παρεπιδημοῦντος Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου κ. Προκοπίου, τοῦ ἐκ τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας Ἐπισκόπου  Banat Νικάνορος, πολλῶν ἱερομονάχων καί ἱερέων  καί συμμετεχόντων ἐν βαθείᾳ κατανύξει πολλῶν προσκυνητῶν, διαφόρων μέν ἐθνικοτήτων, μιᾶς δέ  πίστεως καί ὁμολογίας, τῆς Ὀρθοδόξου, ἑνός δέ σώματος, τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς θ. Λειτουργίας, ἤρξατο ἡ τελετή τῆς Ὑψώσεως ἀπό τῶν βαθμίδων τοῦ Καθολικοῦ διά λιτανείας πρῶτον, τοῦ Μακαριωτάτου εὐλογοῦντος τήν Ἁγίαν Εἴσοδον.

Ἡ λιτανεία ἀπό τοῦ Ὀμφαλοῦ τῆς Γῆς ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ Καθολικοῦ ἐξελθοῦσα, διελθοῦσα πρό τοῦ Κουβουκλίου  τοῦ Ἁγίου Τάφου, τῆς Ἁγίας Ἀποκαθηλώσεως, πρό τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἀδάμ, καί τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἀκανθίνου Στεφάνου κατῆλθεν εἰς τόν τόπον τῆς Εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἔνθα ἔλαβε χώραν ἡ ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ πρός τά τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, συμφώνως τῷ Τυπικῷ.

Ἀκολούθως ἡ λιτανεία ἀνελθοῦσα, διῆλθε πρό τοῦ παρεκκλησίου τοῦ «Διεμερίσαντο τά ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς», τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Λογγίνου τοῦ Ἑκατοντάρχου, τοῦ Ἑπτακαμάρου τοῦ «Μή μου ἅπτου», περιεστράφη τρίς πέριξ τοῦ Ἁγίου Κουβουκλίου  καί πάλιν διά τῆς Ἀποκαθηλώσεως, ἀνῆλθε τάς βαθμίδας τοῦ Γολγοθᾶ, ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ ὁποίου ἐστήθη ὁ μετά τῶν κλάδων βασιλικῶν Τίμιος Σταυρός. Τοῦτον ἔλαβε καί ὕψωσε πρός τά τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος κατά τήν ἐν τῷ Τυπικῷ τάξιν ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος. Μετά ταῦτα ὁ Μακαριώτατος καί οἱ Ἀρχιερεῖς προσεκύνησαν τήν κάτωθι τῆς Ἁγίας Τραπέζης βάσιν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τόν ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης ὑψωθέντα Σταυρόν τοῦ Κυρίου. Οἱ πιστοί ὡσαύτως προσερχόμενοι προσεκύνησαν καί ἔλαβον τούς βασιλικούς τούς κοσμήσαντας τόν Τίμιον Σταυρόν δι’ ἁγιασμόν ψυχῶν καί σωμάτων, ἄρτων, κτημάτων καί οἰκημάτων.

Ἐν τέλει πάντες, ὁ Μακαριώτατος καί ἡ συνοδεία Αὐτοῦ καί οἱ πλεῖστοι τῶν προσκυνητῶν, ἀνῆλθον εἰς τήν αἴθουσαν τοῦ Θρόνου. Εἰς αὐτήν, προσφωνῶν ὁ Μακαριώτατος, εἶπε τά ἑξῆς:

«Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Φιλίππων Νεαπόλεως καί Θάσου κ. Προκόπιε,

Ἐκλαμπρότατε Γενικέ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,

Σεβαστοί Πατέρες καί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

Μέλη τίμια τῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἁγίας Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας

καί τοῦ Τάγματος τῶν Σπουδαίων,

Εὐλαβεῖς Προσκυνηταί,

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά τῆς Ἡμῶν Μετριότητος,

Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε καί ἐξαιρέτως ἀγαλλιᾶσθε σήμερον ἐν τῇ ἱερᾷ καί μεγάλῃ πανηγύρει τῆς παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἑορτῆς ἀρρήκτως συνδεδεμένης μετά τῆς Ἁγίας Γῆς καί τῆς Ἱερᾶς καί Σεπτῆς ἡμῶν Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος,

«Ἐμοί δέ», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ (Γαλ. 6,14)». Μέ ἄλλα λόγια: Μή γένοιτό ποτε ἐγώ νά καυχηθῶ διά τίποτε ἄλλο παρά διά τό ὅτι δι’ ἐμέ ἔλαβε δούλου μορφήν και ἐσταυρώθη διά τήν σωτηρίαν μου ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Μόνον καύχημά μου εἶναι τοῦ Κυρίου ὁ σταυρικός θάνατος, διά τῆς πίστεως δέ εἰς τόν θάνατον αὐτόν ἔχει νεκρωθῆ καί ἔχει χάσει τήν δύναμίν του ὡς πρός ἐμέ ὁ κόσμος. Ἀλλά καί ἐγώ ἔχω νεκρωθῆ ὡς πρός τόν κόσμον.

Διά τῶν Παυλείων τούτων λόγων, διατυπώνεται κατά τόν πλέον ἀκριβῆ καί ἐναργέστατον τρόπον ὁ λόγος καί ἡ σημασία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τόσον διά τήν τοῦ Χριστοῦ Ἁγίαν Ἐκκλησίαν καί τά πιστά μέλη αὐτῆς, ὅσον καί διά τόν κόσμον.

Καί διά μέν τήν Ἐκκλησίαν καί τά πιστά μέλη αὐτῆς ὁ Σταυρός ἀποτελεῖ καύχημα. Διά δέ τόν κόσμον τόν ἀρνούμενον τόν Ἑσταυρωμένον ἀποτελεῖ μωρίαν καί σκάνδαλον. «Ἡμεῖς», λέγει ὁ μέγας Παῦλος, «κηρύττομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρίαν», καί προσθέτει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγων: «αὐτοῖς δέ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καί Ἕλλησι, Χριστοῦ Θεοῦ δύναμιν καί Θεοῦ σοφίαν» (Α’ Κορ. Α’, 23-24).

Αὐτήν ἀκριβῶς τήν τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ δύναμιν καί σοφίαν προβάλλει ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία διά τῆς σημερινῆς ἑορτίου καί εὐχαριστιακῆς συνάξεως τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐπί αὐτοῦ τούτου τοῦ τόπου τοῦ Γολγοθᾶ, δηλονότι τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Τιμᾶται δέ ἰδιαζόντως ὁ Τίμιος Σταυρός, διότι ἐγένετο τό αἴτιον, ἡ ἀφορμή, τῆς τῶν πάντων θεώσεως, πολλῷ δέ μᾶλλον ἡμῶν.

«Ἀγάλλου οὐρανέ», ψάλλει ὁ ὑμνῳδός, «καί ἡ γῆ εὐφραινέσθω, ὁ πανάγιος Σταυρός προέρχεται, ἡμᾶς ἁγιάζων ἐν Χάριτι, τοῦτον κατασπαζομένους ὡς πηγήν ἁγιάσματος καί τῆς πάντων (ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων) θεώσεως».

Τῆς διακονίας τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ αἰτίου τῆς τῶν πάντων θεώσεως, ἀξιωθέντες καί Ἡμεῖς, οἱ τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος ἐλέῳ Θεοῦ ἡγούμενοι, εὐχόμεθα ὅπως ἡ ἁγιαστική χάρις καί δύναμις αὐτοῦ ἐνδυναμώνῃ, φωτίζῃ καί προστατεύῃ πάντας τούς πιστῶς προσκυνοῦντας Αὐτόν.

Προσέτι δέ εὐχόμεθα ὅπως ἡ νικητήριος δύναμις τοῦ Σταυροῦ, ἡ καταργήσασα τήν ἔχθραν μεταξύ τῶν οὐρανίων καί ἐπιγείων, καταργήσῃ καί τήν ἔχθραν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν διά τῆς ἐπικρατήσεως τῆς συνδιαλλαγῆς καί τῆς εἰρήνης ἐπί τῆς γῆς καί μάλιστα τῆς Ἁγίας Γῆς. Ἀμήν».

Τήν προτεραίαν τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἑωρτάσθη καί ἡ μνήμη τοῦ ἐγκαινίων τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως εἰς τό Καθολικόν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως διά θ. Λειτουργίας, τῆς ὁποίας προεξῆρξεν ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Ἀρίσταρχος.

Τήν ἡμέραν τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης κ. Ἀρίσταρχος προεξῆρξε θ. Λειτουργίας μετά τῆς ἀκολουθίας τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς τήν Ἑλληνορθόδοξον Ἀραβόφωνον Κοινότητα Ραμάλλας, εἰς τήν ὁποίαν προϊστάμενος εἶναι ὁ Πατριαρχικός Ἐπίτροπος Ἀρχιμανδρίτης Γαλακτίων, ὁ ὁποῖος καί ἐκήρυξε τόν θεῖον Λόγον περί τοῦ Σταυροῦ εἰς τούς πληρώσαντας τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ πιστούς.

Τό ἑσπέρας τῆς ἰδίας ἡμέρας ἐγένετο περιφορά τοῦ Τιμίου Ξύλου τοῦ Σταυροῦ, ληφθέντος ἐκ τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, εἰς τήν παρακειμένην τῇ Ραμάλλᾳ πόλιν Μπιρζέτ, προεξάρχοντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Ἀριστάρχου. Ἡ συμμετοχή τῶν χριστιανῶν ἀνεξαρτήτως δόγματος ἦτο συγκινητική καί ἐνδεικτική τῆς εὐλαβειας  αὐτῶν πρός τόν Τίμιον Σταυρόν τοῦ Κυρίου.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_4_placeholder




Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΜΩΝΥΜΟΝ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΕΙΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Τήν Παρασκευήν, 29ην Αὐγούστου /11ην Σεπτεμβρίου 2009, καί ὥραν 7,00 π.μ. ἑωρτάσθη εἰς τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτή τῆς ἀποτομῆς τῆς Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου εἰς τήν ὁμώνυμον ἱεράν Μονήν αὐτοῦ τῆς Παλαιᾶς Πόλεως Ἱεροσολύμων, μίαν ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων. Ὁ ὑπόγειος ναός αὐτῆς ἀνάγεται εἰς τόν 5ον μ.Χ. αἰ., ὁ δέ ἰσόγειος, νεώτερος, τοῦ 11ου μ.Χ. αἰῶνος.

Ἐπί τῇ μνήμῃ ταύτῃ ἐτελέσθη Ἀρχιερατική Θ. Λειτουργία, χοροστατοῦντος τοῦ Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου καί Ἁγιοταφιτῶν ἱερέων καί τῇ συμμετοχῇ πολλῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἐξ Ἑλλάδος, Κύπρου, Ρωσσίας, Ρουμανίας καί ἀλλαχόθεν.

Εἰς τόν περικαλλῆ τοῦτον ἱερόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, κεκοσμημένου δι’ ἀνθέων, βαΐων καί κλάδων δάφνης ὑπό τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς Μονῆς, Ἀρχιμανδρίτου Θεοφάνους προσῆλθε διά προσκύνησιν τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, τμήματος τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου, ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ὁ Γ’ μετά συνοδείας Ἀρχιερέων καί Ἱερέων τοῦ Πατριαρχείου.

Διά τῶν πρεσβειῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου τό ἐκκλησίασμα μετεῖχεν ἐν κατανύξει εἰς τήν Θ. Λειτουργίαν, ὠφελήθη τά μέγιστα πνευματικῶς καί ἐνισχύθη ὁ ἀγών τῆς παρούσης νηστείας.

Μετά τήν Θ. Λειτουργίαν ἠκολούθησε δεξίωσις εἰς τό ἡγουμενεῖον καί τόν περίβολον τῆς ἱερᾶς Μονῆς διά τόν Μητροπολίτην Ἡσύχιον, τήν συνοδείαν αὐτοῦ καί τούς ἑορταστάς.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_5_placeholder




Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΟΜΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΙΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Τήν Παρασκευήν, 29ην Αὐγούστου /11ην Σεπτεμβρίου 2009, καί ὥραν 7,00 π.μ. ἑωρτάσθη εἰς τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτή τῆς ἀποτομῆς τῆς Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου εἰς τήν ὁμώνυμον ἱεράν Μονήν αὐτοῦ τῆς Παλαιᾶς Πόλεως Ἱεροσολύμων, μίαν ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων. Ὁ ὑπόγειος ναός αὐτῆς ἀνάγεται εἰς τόν 5ον μ.Χ. αἰ., ὁ δέ ἰσόγειος, νεώτερος, τοῦ 11ου μ.Χ. αἰῶνος.

Ἐπί τῇ μνήμῃ ταύτῃ ἐτελέσθη Ἀρχιερατική Θ. Λειτουργία, χοροστατοῦντος τοῦ Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου καί Ἁγιοταφιτῶν ἱερέων καί τῇ συμμετοχῇ πολλῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν ἐξ Ἑλλάδος, Κύπρου, Ρωσσίας, Ρουμανίας καί ἀλλαχόθεν.

Εἰς τόν περικαλλῆ τοῦτον ἱερόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου,  κεκοσμημένου δι’ ἀνθέων, βαΐων καί κλάδων δάφνης ὑπό τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς Μονῆς, Ἀρχιμανδρίτου Θεοφάνους προσῆλθε διά προσκύνησιν τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, τμήματος τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου, ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ὁ Γ’ μετά συνοδείας Ἀρχιερέων καί Ἱερέων τοῦ Πατριαρχείου.

Διά τῶν πρεσβειῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου τό ἐκκλησίασμα μετεῖχεν ἐν κατανύξει εἰς τήν Θ. Λειτουργίαν, ὠφελήθη τά μέγιστα πνευματικῶς καί ἐνισχύθη ὁ ἀγών τῆς παρούσης νηστείας.

Μετά τήν Θ. Λειτουργίαν ἠκολούθησε δεξίωσις εἰς τό ἡγουμενεῖον καί τόν περίβολον τῆς ἱερᾶς Μονῆς διά τόν Μητροπολίτην Ἡσύχιον, τήν συνοδείαν αὐτοῦ καί τούς ἑορταστάς.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_6_placeholder




Η ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Ἡ εἰκών τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παρέμεινεν εἰς τό παρεκκλήσιον τῆς «Πλατυτέρας», ὄπισθεν τοῦ Θεομητορικοῦ Μνήματος, ἀπό τῆς ἡμέρας τῆς καθόδου αὐτῆς, 12ης μηνός Αὐγούστου ἕως καί τῆς ἡμέρας τῆς Ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, 23ης Αὐγούστου.

Κατά τάς ἡμέρας αὐτάς χιλιάδες ἦσαν οἱ προσκυνηταί, οἱ ὁποῖοι προσεκύνησαν τόν τάφον τῆς Θεοτόκου καί ἀκολούθως διῆλθον κάτωθι τοῦ Ἐπιταφίου, ἐπί τοῦ ὁποίου ἦτο τοποθετημένη ἡ εἰκών. Εἰς τήν εἰκονιζομένην Θεοτόκον ἐναπέθεσαν δυσκολίας, προβλήματα, ἀσθενείας, περιστάσεις, δεήσεις, ἱκεσίας καί ἐλπίδας, κατά τήν διάρκειαν τῆς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τελουμένης Παρακλήσεως καί θ. Λειτουργίας, ἀλλά καί κατά τό προσκύνημα αὐτῶν κατά τήν διάρκειαν ὅλων τῶν ὡρῶν τῆς ἡμέρας, ἐν αἷς παρέμενεν ἀνοικτός ὁ Ναός.

Τό Σάββατον 23ην Αὐγούστου / 5ην Σεπτεμβρίου, ἡμέραν Ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, μετά τήν Παράκλησιν καί τήν θ. Λειτουργίαν, ἡ ἱερά εἰκών ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ χώρου τῆς «Πλατυτέρας».

Προπορευθέντων μοναχῶν καί ἱερέων, ἐσχηματίσθη ἱερά πομπή, εἰς τό τέλος τῆς ὁποίας ἐστάθη ὁ ἡγούμενος, Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Φιλούμενος, κρατῶν τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ἐπί τοῦ στήθους αὐτοῦ προσδεδεμένην ἀπό τῶν ὤμων, συνοδείᾳ  τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Χρυσοστόμου, ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἀββᾶ Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου καί προπορευομένου τοῦ Γέροντος Δραγουμάνου, Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως, κ. Χριστοδούλου.

Ἡ ἱερά πομπή ἐξελθοῦσα τοῦ ἐν Γεθσημανῇ  Ναοῦ, διῆλθε πρό τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, διέβη τήν Πύλην τῶν Λεόντων, παρά τήν ὁποίαν καί ἡ Μονή τῶν Ἁγίων καί δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης, καί ἔφθασεν εἰς τήν ἱεράν Μονήν Πραιτωρίου, ἐν τῷ τόπῳ τῆς φυλακίσεως καί τῆς δίκης τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπό τοῦ Ποντίου Πιλάτου. Πρό ἑκάστης τῶν Μονῶν τούτων ἀνεπέμπετο δέησις, ἐν ᾧ οἱ ἱεροψάλται μετά τῶν ἀκολουθούντων πιστῶν ἔψαλλον: «Ἐν τῇ Γεννήσει…» καί «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων…» καί οἱ ἱστάμενοι δεξιά καί ἀριστερά τῆς ὁδοῦ προσεκύνουν μετ’ εὐλαβείας.

Ἀπό τοῦ Πραιτωρίου ἤρξαντο νά κρούουν οἱ κώδωνες τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, δηλοῦντες τήν προσέγγισιν τῆς εἰκόνος εἰς τήν ὁδόν τοῦ Μαρτυρίου. Ὄντως ἡ ἱερά πομπή διῆλθε πρό τοῦ προσκυνήματος τοῦ Σίμωνος τοῦ Κυρηναίου καί τοῦ οἴκου τῆς Ἁγίας Βερονίκης καί ἐστάθμευσε διά δέησιν πρό τῆς ἱεράς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. Ἀπό τῆς Μονῆς ταύτης καί ἐντεῦθεν, λόγῳ τοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου τῆς Χριστιανικῆς συνοικίας, οἱ ἔνθεν καί ἔνθεν τῆς ὁδοῦ ἱστάμενοι πιστοί, ὀρθόδοξοι καί μή, προσερχόμενοι νά προσκυνήσωσιν, ἐγένοντο πολυπληθέστεροι καί ὁ διά τῶν κλάδων δένδρων καί δι’ ἀνθέων διάκοσμος τῆς ὁδοῦ καί τῶν ἁψίδων ἐγένετο ποικίλος καί ὡραῖος. Πλῆθος νέων ἐκ τοῦ ἀραβοφώνου  Ὀρθοδόξου ἡμῶν ποιμνίου ἠκολούθει ἐν χαρμοσύνῳ ἑορτίῳ ἀλαλαγμῷ καί ρυθμικῇ τυμπανοκρουσίᾳ.

Τῶν κωδώνων κρουομένων, ἡ ἱερά πομπή ἔφθασεν ἀργῷ τῷ ρυθμῷ, εἰς τήν διασταύρωσιν τῆς ὁδοῦ τοῦ Πατριαρχείου μετά τῆς Χριστιανικῆς ὁδοῦ. Ἐνταῦθα προσῆλθεν ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ὁ Γ’ καί οἱ Ἁγιοταφῖται Πατέρες προσεκύνησαν καί τινες ἐκ τῶν Ναϊτῶν Πατέρων εἰσῆλθον μετ’ ἑξαπτερύγων εἰς τήν ἀρχήν τῆς λιτανείας.

Μετά τοῦτο ἡ ἱερά πομπή κατηυθύνθη πρός τήν αὐλήν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καί ἀπ’ αὐτῆς ἐν ψαλμῳδίαις, δοξολογίαις καί δεήσεσιν εἰσῆλθεν εἰς τό παρεκκλήσιον τοῦ Μετοχίου τῆς Γεθσημανῆς.

Ἐνταῦθα δεήσεως γενομένης, ἡ ἱερά εἰκών ἐτοποθετήθη εἰς τήν θέσιν αὐτῆς, ἀναμένουσα τήν μεταφοράν αὐτῆς καί πάλιν εἰς Γεθσημανῆν σύν Θεῷ κατά τό ἑπόμενον ἔτος.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_7_placeholder




Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Ὁ Ναός τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐν Γεθσημανῇ παρέμεινεν ἀνοικτός συνεχῶς καί μετά τήν τελετήν τοῦ Ἐπιταφίου διά τάς χιλιάδας τῶν προσκυνητῶν, κατερχομένων τάς βαθμίδας αὐτοῦ, ἀναπτόντων κηρία καί προσκυνούντων τό πάνσεπτον μνῆμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν ἐπί τοῦ Ἐπιταφίου ἱεράν αὐτῆς εἰκόνα.

Ἐν ᾧ  αὕτη ἦτο ἡ κίνησις ἐν τῷ Ναῷ, ἤρξατο ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τήν 3ηνμ.μ., χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀβήλων κ. Δωροθέου καί τοῦ Γέροντος Δραγουμάνου, Μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως κ. Χριστοδούλου, ἐπιβλέποντος τήν τήρησιν τῆς τάξεως, καί συμμετεχόντων ἱερομονάχων καί ἱερέων Ἁγιοταφιτῶν καί παρεπιδημούντων ἐξ ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Τήν πρωΐαν τῆς κυριωνύμου ἡμέρας τῆς ἑορτῆς, περί ὥραν 7.30 π.μ., κατελθών ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος Γ’ μετά συνοδείας εἰς Γεσθημανῆν προεξῆρξε τῆς πανηγυρικῆς θ. Λειτουργίας εἰς τό Θεομητορικόν Μνῆμα, συλλειτουργούντων Αὐτῷ τῶν Ἁγιοταφιτῶν Ἱερωτάτων Μητροπολιτῶν Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου καί Ἐλευθερουπόλεως κ. Χριστοδούλου, Γέροντος Δραγουμάνου, τῶν Σεβασμιωτάτων Ἀρχιεπισκόπων Ἀβήλων κ. Δωροθέου, καί Θαβωρίου κ. Μεθοδίου καί τοῦ ἐξ Ἑλλάδος παρεπιδημοῦντος Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κνωσσοῦ κ. Εὐγενίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί πολλῶν ἱερέων, ἐν ᾧ πλῆθος πιστῶν προσήρχοντο καί παρέμενον ἐν τῷ Ναῷ διά παρακολούθησιν τῆς θ. Λειτουργίας, ἐν ᾧ ἄλλοι ἤναπτον κηρία, πληροῦντες καί φωτίζοντες τάς βαθμίδας, καί ἐξήρχοντο.

Ὁ Μακαριώτατος μετέδωσε τήν θ. Κοινωνίαν εἰς τούς ἐν εὐλαβείᾳ καί πυκναῖς τάξεσι προσελθόντας πιστούς ἀπό τῆς πύλης τοῦ Θεομητορικοῦ Μνημείου καί οἱ ἱερεῖς ἀπό τῶν παρεκκλησίων τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου καί τῶν Ἁγίων καί δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης.

Μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς θ. Λειτουργίας καί τήν διανομήν τοῦ ἀντιδώρου, ὁ Μακαριώτατος μετά  συνοδείας ἀνῆλθεν εἰς τό ἡγουμενεῖον, ἔνθα ὁ ἡγούμενος Πανοσιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Φιλούμενος προσέφερε πλουσιοπαρόχως σταφυλάς, γλυκίσματα καί ἀναψυκτικά .

Προπίνων ὁ Μακαριώτατος, ηὐχήθη εἰς τούς συνοδούς καί συλλειτουργούς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, εἰς τόν ἡγούμενον Ἀρχιμανδρίτην π. Φιλούμενον καί τούς εὐλαβεῖς ἑορταστάς τήν βοήθειαν καί προστασίαν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τάς πρεσβείας αὐτῆς πρός Κύριον δι’ ἁγιασμόν καί σωτηρίαν.

Ὁ Μακαριώτατος ηὐχαρίστησε τόν ἡγούμενον Πανοσιώτατον π. Φιλούμενον διά τήν λαμπράν ὑποδοχήν καί τήν ἐν εὐταξίᾳ τέλεσιν τῆς ἱερᾶς Πανηγύρεως τής Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Μακαριώτατος εἶπεν ὅτι ἡ Θεοτόκος εἶναι πρόξενος τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀνθρωπίνως, διότι Αὕτη ἀνταπεκρίθη εἰς τήν κλῆσιν τοῦ Θεοῦ καί ἐδάνεισε τήν σάρκα Αὐτῆς εἰς τόν σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ καί Υἱόν Αὐτῆς, Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Τοῦτον ἠκολούθησε διακονοῦσα καθ’ ὅλον τόν ἐπίγειον βίον Αὐτοῦ ἕως καί τοῦ Σταυροῦ καί ἦτο ἡ πρώτη ἀκούσασα τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως Αὐτοῦ. Θανοῦσα ὡς ἄνθρωπος καί ἐνταφιασθεῖσα εἰς τό ἐν Γεθσημανῇ πάνσεπτον μνῆμα Αὐτῆς, δέν ἐκρατήθη ὑπό τοῦ θανάτου, ἀλλά μετέστη ὑπό τοῦ Υἱοῦ Αὐτῆς ψυχῇ τε καί σώματι διά τήν παναγιότητα Αὐτῆς εἰς τόν οὐρανόν, ἔνθεν καί ἐκτενῶς πρεσβεύει καθ’ ἡμέραν ὑπέρ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τοῦ ἐν κινδύνοις  ἀνάγκαις καί περιστάσεσι εὑρισκομένου.

Διά τῆς μεγάλης ταύτης Θεομητορικῆς ἑορτῆς συνεπληρώθη ὁ κύκλος τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων εὐλαβείας καί τιμῆς κατά τόν Δεκαπενταύγουστον πρός τό πρόσωπον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς τήν Σιωνίτιδα Μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν καί ἀναμένεται ἡ μετ’ ὀκτώ ἡμέρας Ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, τήν 23ην Αὐγούστου καί ἡ ἄνοδος τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Κοιμήσεως ἀπό τοῦ χώρου τῆς Πλατυτέρας ὄπισθεν τοῦ Θεομητορικοῦ Μνήματος, ἔνθα ἐκτίθεται εἰς προσκύνησιν, εἰς τό παρεκκλήσιον αὐτῆς ἔναντι τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως.

Ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἑωρτάσθη ἐπίσης μετά πολλῆς εὐλαβείας καί μεγάλης συμμετοχῆς πιστῶν εἰς τήν παρά τήν Ραμάλλαν κώμην ταύτην τοῦ Ἀμπούντ, ἔχουσαν τόν ναόν αὐτῆς ἀφιερωμένον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Εἰς τήν κώμην τοῦ Ἀμπούντ μετέβη μετά συνοδείας ἐξ Ἱεροσολύμων ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας κ. Θεοδόσιος καί προεξῆρξε τῆς θ. Λειτουργίας ἐπί τῇ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως ἐκήρυξεν τόν θεῖον λόγον πρός οἰκοδομήν τῶν πιστῶν.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_8_placeholder




Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΕΓΚΩΜΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Ἡ εἰκών τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης Ἡμῶν Θεοτόκου, τεθεῖσα τήν 12ην τοῦ μηνός Αὐγούστου εἰς ηὐτρεπισμένον Ἐπιτάφιον εἰς τόν χῶρον τῆς «Πλατυτέρας», ὄπισθεν τοῦ Θεομητορικοῦ μνήματος, ἀνέμενε ἀξιοχρέως τά Ἐγκώμια αὐτῆς.

Οὕτω τήν παραμονήν τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, 14ην τοῦ μηνός Αὐγούστου, καί ὥραν 7.30 π.μ. συμφώνως πρός ἀρχαίαν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, ἐξεκίνησεν ἱερά πομπή ἐκ τῆς θύρας τοῦ Κεντρικοῦ Μοναστηρίου τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης. Τῆς ἱερᾶς ταύτης καί μακρᾶς πομπῆς ἐκ μοναχῶν, ἱερέων καί Ἀρχιερέων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων καί ἄλλων Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, προΐστατο ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος ὁ Γ’. Ἡ πομπή διανύσασα ἀπό δυσμῶν πρός ἀνατολάς τήν Παλαιάν Πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων διά τῆς ὁδοῦ τοῦ Μαρτυρίου, διαβᾶσα πρό τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, τοῦ Πραιτωρίου καί τῶν Ἁγίων καί δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης, ἐξελθοῦσα διά τῆς πύλης τῶν Λεόντων τοῦ τείχους διελθοῦσα πρό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου πρωτομάρτυρος καί ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, κατέληξεν εἰς τό ἡγουμενεῖον τοῦ σεπτοῦ προσκυνήματος τῆς Γεθσημανῆς.

Ἐνταῦθα παρέμεινεν ἐπ’ ὁλίγον διά μικράν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἀνάπαυσιν, ἄχρις οὗ ἑτοιμασθῶσι τά ἀπαραίτητα διά τήν τελετήν  τῶν Ἐγκωμίων ἐν τῷ Θεομητορικῷ Μνήματι. Ἡ τελετή αὕτη ἤρξατο συμφώνως τῷ Ἱεροσολυμιτικῷ Τυπικῷ διά τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Μακαριωτάτου Πατρός ἡμῶν καί Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Θεοφίλου Γ’ εἰς τήν αὐλήν τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως, τῆς εὐλογίας τοῦ θυμιάματος καί τῆς Εἰσόδου.

Ἡ Εἴσοδος ἤρξατο διά τῆς ἐπισήμου πρός τόν σταυροειδῆ ὑπόγειον Ἱερόν Ναόν καί διά τῶν πολλῶν βαθμίδων αὐτοῦ καθόδου, ἐν ᾧ ἐψάλλετο ὑπό τῶν ἱεροψαλτῶν τό ἀπολυτίκιον: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν Παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε».

Φθάσας ὁ Μακαριώτατος εἰς τό μέσον τοῦ Ναοῦ πρό τοῦ Θεομητορικοῦ Μνήματος, ηὐλόγησε τό ἀσφυκτικῶς συνωστιζόμενον καθ’ ὅλον τόν ναόν εὐσεβές ἐκκλησίασμα Ὀρθοδόξων ἐκ διαφόρων χωρῶν, Ἰσραήλ, Ἰορδανίας, Παλαιστινιακῆς Αὐτονομίας, Ἑλλάδος, Κύπρου, Ρωσίας, Οὐκρανίας, Ρουμανίας, Μολδαβίας καί Σερβίας.

Ἐνδεδυμένος τόν μανδύαν καί κρατῶν τήν ποιμαντορικήν ράβδον, ἀνῆλθεν εἰς τόν θρόνον ὁ Μακαριώτατος, ὅτε καί προσῆλθον οἱ Ἁγιοταφῖται ἱερεῖς καί οἱ παρεπιδημοῦντες ἐκ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἔλαβον καιρόν διά τήν συμμετοχήν αὐτῶν εἰς τήν τελετήν τῶν Ἐγκωμίων.

Οἱ ἱεροψάλται ἔψαλλον εἰς ἀργόν βυζαντινόν μέλος τό «Ἄνωθεν οἱ προφῆται Σέ προκατήγγειλον…», ἕως ὅτου οἱ ἱερεῖς, οἱ Ἀρχιερεῖς καί ὁ Πατριάρχης ἐνδυθῶσι πλήρη ἱερατικήν, ἀρχιερατικήν καί πατριαρχικήν στολήν.

Μετά τοῦτο ἤρξατο ἡ ἀκολουθία τῶν Ἐγκωμίων εἰς τρεῖς στάσεις:

Τήν α’: «Ἡ ζωή ἐν τάφῳ κατετέθης, βαβαί…».

Τήν β’: «Ἄξιον ἐστίν μεγαλύνειν Σέ, τήν Θεοτόκον…».

Τήν γ’:«Αἱ γενεαί πᾶσαι ὕμνον τῇ ταφῇ σου προσάγουσι, Παρθένε….».

Εἰς τήν α’ τῶν στάσεων τούτων ὁ Πατριάρχης ἐθυμίασε τόν τάφον καί τό ἐκκλησίασμα, ἐνῷ εἰς τάς β’ καί γ’, Ἀρχιερεῖς.

Εἰς τούς θεολογικούς ὕμνους τῶν στάσεων τούτων, κατανυκτικῶς ψαλέντων ὑπό τοῦ Πατριάρχου, τῶν Ἀρχιερέων καί τῶν ἱερέων ἐναλλάξ καί τῶν ἱεροψαλτῶν, ὑμνήθη ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ὡς ἡ Ἁγνή Κόρη, ἡ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σαρκώσασα τόν ἄσαρκον πρίν Λόγον, ἡ διακονήσασα τοῦτον καί ἀκολουθήσασα Αὐτόν ἕως τοῦ σταυροῦ καί μετά τήν Ἀνάστασιν καί τήν εἰς οὐρανούς Ἀνάληψιν Αὐτοῦ παραμείνασα εἰς Ἱερουσαλήμ καί προσευχομένη ἐπί τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἔνθα προανηγγέλθη Αὐτῇ ὁ θάνατος Αὐτῆς, ἐφ’ ᾧ ἐκ περάτων τῆς Οἰκουμένης, θείῳ νεύματι, συνηθροίσθησαν οἱ Ἀπόστολοι και ἐνεταφίασαν αὐτήν «Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ». Ὁ τάφος ὅμως οὗτος δέν ἐκράτησε τήν Μητέρα τῆς Ζωῆς. Ὁ Υἱός καί Κύριος καί Θεός Αὐτῆς μετέστησεν Αὐτήν πρό τῆς καθολικῆς Ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ψυχῇ τε καί σώματι καί ἐκάθισεν Αὐτήν δεξιόθεν Αὐτοῦ. Ἐκεῖθεν Αὕτη πρεσβεύει και μεσιτεύει ὑπέρ βοηθείας καί λυτρώσεως ἡμῶν ἐκ παντοίων κινδύνων καί νόσων καί δεινῶν καί περιστάσεων. Μετά τήν συμπλήρωσιν τῆς ψαλμῳδίας τῶν ὕμνων, ἐκήρυξε τόν θεῖον λόγον ὁ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερρῶν κ. Θεολόγος.

Εἰς τήν θεολογικήν καί συγκινητικήν ὁμιλίαν αὐτοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερρῶν ἐξύμνησε τήν Θεοτόκον ὡς τήν Ἁγνήν Ἀειπάρθενον, ἀλλά καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τήν ἀφωσιωμένην ἐν ὑπακοῇ τῷ Υἱῷ Αὐτῆς, τήν θανοῦσαν καί ταφεῖσαν ἐν τῷ ἔμπροσθεν ἡμῶν Πανσέπτῳ Μνήματι Αὐτῆς, μή κρατηθεῖσαν ὅμως ὑπό τοῦ τάφου καί τῆς νεκρώσεως Αὐτῆς. Αὕτη μετέστη μετά θάνατον καί ζῇ δεξιόθεν τοῦ Θρόνου τοῦ Υἱοῦ Αὐτῆς ὡς πρώτη τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας, ἀνωτέρα τῶν ἀγγέλων, τῶν Σεραφείμ και τῶν Χερουβείμ, πρεσβεύουσα ὑπέρ ἡμῶν, προφθάνουσα ἐν ἀνάγκαις, κινδύνοις καί δοκιμασίαις. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερρῶν κ. Θεολόγος ἐσυνέχισεν ὑπογραμμίζων ὅτι ἡ Θεομητορική αὕτη ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί ἡ ἁγία Μετάστασις Αὐτῆς πρός τόν Υἱόν καί Θεόν Αὐτῆς γεννᾷ καί τρέφει σήμερον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τῶν πιστῶν καί παντός τοῦ «πεπτωκότος» ἀνθρωπίνου γένους τήν ἐλπίδα. Δίχως τήν ἐλπίδα, ἑδρεύουσαν εἰς τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, παρουσιάζονται πλεῖστα δεινά καί νοσηραί καταστάσεις εἰς τάς κοινωνίας ἡμῶν. Ταύτην τήν ἐλπίδα προσπίπτομεν καί παρακαλοῦμεν νά μᾶς χαρίζῃ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὑψωθεῖσα εἰς τούς οὐρανούς καί μεσιτεύουσα εἰς τό διηνεκές ὑπέρ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἰδίᾳ δέ ὑπέρ τῶν πιστευόντων εἰς τόν Υἱόν Αὐτῆς καί τιμώντων Αὐτήν.

Μετά τόν θεῖον λόγον ἐψάλησαν τά Εὐλογητάρια καί οἱ Αἶνοι καί ἡ Δοξολογία, ἐπί τῷ τέλει τῆς ὁποίας καί ἐν ᾧ ἐψάλλετο τό ᾀσματικόν «Ἅγιος ὁ Θεός……» ἐγένετο ἡ ἔξοδος τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου διά τῶν βαθμίδων πρός τήν πύλην τοῦ Ναοῦ ἐπί ηὐτρεπισμένου μετ’ εὐλαβείας καί καλαισθησίας δι’ ἀνθέων Ἐπιταφίου, βασταζομένου ὑπό ἱερέων ἐναλλάξ, προπορευομένων ὅλων τῶν ἱερέων καί ἀκολουθούντων τῶν Ἀρχιερέων καί τοῦ Πατριάρχου. Ὅτε ἡ πομπή ἔφθασεν εἰς τό ἀνώτατον σημεῖον τῶν βαθμίδων πρό τῆς πύλης, ὁ Πατριάρχης ἀνέπεμψε δέησιν «ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης» καί «ὑπέρ προστασίας καί εὐσταθείας τοῦ γένους ἡμῶν» καί «ἀγαθῆς καταστάσεως τοῦ σύμπαντος κόσμου», παρουσίᾳ καί τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα κ. Σωτηρίου Ἀθανασίου.

Τῆς δεήσεως συμπληρωθείσης, ψαλλομένου τοῦ «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων» καί «Ἐν τῇ γεννήσει τήν Παρθενίαν ἐφύλαξας…», οἱ κρατοῦντες τόν Ἐπιτάφιον ἱερεῖς ἐκινήθησαν πρός τό κέντρον τοῦ Ναοῦ καί τόν χῶρον τῆς «Πλατυτέρας», ὄπισθεν τοῦ Τάφου τῆς Θεοτόκου, ὅπου καί ἐτοποθέτησαν αὐτόν διά προσκύνησιν τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου ὑπό τῶν πιστῶν ἐπί ἐννέα ἡμέρας, ἕως τῆς ἀνόδου αὐτῆς εἰς τό ἔναντι τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως Παρεκκλήσιον αὐτῆς τήν 23ην Αὐγούστου, ἡμέραν τῆς ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_9_placeholder