ΠΑΣΧΑΛΙΟΝ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ Κ.Κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ Γ’ 2019

Ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ

καί πάσης Παλαιστίνης

παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἐκκλησίας, χάριν καί ἔλεος καί εἰρήνην

ἀπό τοῦ Παναγίου καί Ζωoδόχου Τάφου

τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.

 

 «Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε·  ἴδε ὁ τόπος, ὅπου ἔθηκαν αὐτόν» (Μάρκ. 16, 6).                                    

 Τόν χαρμόσυνον καί ἐλπιδοφόρον λόγον τοῦτον ἤκουσαν διά στόματος φαεσφόρου ἀγγέλου, καθημένου ἐπί τοῦ τάφου, αἱ μυροφόροι γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἦλθον τήν πρωΐαν τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων, διά νά ἀλείψωσιν ἀρώμασι τόν Ἰησοῦν.

Οἱ ἀγγελικοί λόγοι ἐπεβεβαιώθησαν ἐκ τῆς θέας τοῦ κενοῦ μνημείου, ἐκ τῆς θέας τῶν «κειμένων ὀθονίων καί τοῦ σουδαρίου, οὐ μετά τῶν ὀθονίων κειμένου ἀλλά χωρίς ἐντετυλιγμένου εἰς ἕνα τόπον» (Ἰω. 20, 7). Πολλῷ πλέον ὅμως ἐπεσφραγίσθησαν ἐκ τῆς θέας αὐτοῦ τοῦ Ἀναστάντος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός διά τοῦ Σταυροῦ ἦλθεν εἰς τόν ᾍδην καί ὁ ᾍδης οὐκ ἴσχυσεν Αὐτοῦ, οὐκ ἐκράτησεν Αὐτόν. Ὁ Κύριος κατελθών εἰς τόν ᾍδην, ἀπέσπασεν ἐξ ἐκείνου τούς ἀπ’ αἰώνων πεπεδημένους. Ἀνέσυρε αὐτούς ἐκ τῆς κολάσεως, «ἐπέστη βοῶν τοῖς ἐν ᾍδῃ, εἰσάγεσθε πάλιν εἰς τόν Παράδεισον». «Σταυρωθείς ὁ Κύριος ἐξ ἀσθενείας, ζῇ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 13, 4), ἀνέστη τῇ θεανθρωπίνῃ δυνάμει Αὐτοῦ καί ἐφάνη εἰς τάς μυροφόρους γυναῖκας καί εἰς τούς μύστας ἀποστόλους εἰς πλείστας ἐμφανείας. Ὤφθη αὐτοῖς εἰς τό ὑπερῷον τήν πρώτην καί τήν ὀγδόην ἀπό τῆς Ἀναστάσεως ἡμέραν (Ἰω. 20, 19 & 26), εἰς τήν πορείαν πρός Ἐμμαούς (Λουκ. 24, 15), εἰς Ἱερουσαλήμ «εἰς τούς ἕνδεκα ἠθροισμένους καί τούς σύν αὐτοῖς» (Λουκ. 24, 33),  «οὐχί ὡς πνεῦμα, ὅπερ σάρκα καί ὀστέα οὐκ ἔχει» (Λουκ. 24, 39), ἀλλά μετά τοῦ σώματος Αὐτοῦ τοῦ λελαμπρυσμένου καί δεδοξασμένου, «ἔχοντος τούς τύπους τῶν ἥλων εἰς τάς χεῖρας καί τούς πόδας» (Λουκ. 24, 40) «ζητῶν παρ’ αὐτῶν βρώσιμον καί λαμβάνων ἰχθύος ὀπτοῦ μέρους καί ἀπό μελισσίου κηρίου καί ἐσθίων ἐνώπιον αὐτῶν» (Λουκ. 24, 41-43).

«Παραστήσας ἑαυτόν ζῶντα ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα» (Πράξ. 1, 3), ἀνελήφθη ἐν δόξῃ ἀπό τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν εἰς τούς οὐρανούς, ἀπέστειλε παρά τοῦ Πατρός εἰς τούς συνηγμένους ἐν τῷ ὑπερῴῳ ἀποστόλους Παράκλητον ἄλλον, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας καί δι’ αὐτῶν ἐσαγήνευσε τήν Οἰκουμένην, ἐγκατέστησε καί ἔπηξεν ἐν τῷ κόσμῳ τήν Ἐκκλησίαν.

Τήν Ἐκκλησίαν ἄφησεν ὁ Κύριος μάρτυρα τῆς ἀληθείας Αὐτοῦ καί συνεχιστήν τοῦ ἔργου Αὐτοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διδάσκει καί κηρύττει Αὐτόν Ἐνανθρωπήσαντα, Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα.  Διδάσκει διά τοῦ λόγου καί πράττει διά τῶν ἔργων, ἁγιάζει διά τῶν Μυστηρίων. Μεταδίδει τήν Θείαν Χάριν, μεταμορφώνει τά ἤθη, τήν ζωήν καί τό «εἶναι» τῶν ἀνθρώπων. Γίνεται αὕτη παράδεισος καί οὐρανός, ὡς λέγει τό τροπάριον, «ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης Σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐπί τῆς γῆς ὄασις πηγῆς ὕδατος ζῶντος, ἀληθείας εἰρήνης, δικαιοσύνης, ἀδελφοσύνης, συνδιαλλαγῆς, ἀγαλλιάσεως καί χαρᾶς πεπληρωμένης.  Αὕτη ἀποσοβεῖ πολέμους, διαλύει τήν διχόνοιαν καί ἑνώνει ἔθνη. Ἡ Ἐκκλησία, διατηρεῖ καί προστατεύει τό περιβάλλον καί τήν κτίσιν ὡς δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ διά τήν κατοίκησιν τῶν ἀνθρώπων.

 Ἡ τῶν Ἱεροσολύμων Ἐκκλησία, ὡς Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπιτελεῖ τό προσκυνηματικόν, ποιμαντικόν καί σωστικόν αὐτῆς ἔργον ἐπί τῶν θείων σκηνωμάτων, ἐπί τῶν τόπων τῶν ἁγιασθέντων διά τῆς χάριτος τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος, Σταυρωθέντος καί ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐξ αὐτῶν καί δή ἐξ αὐτοῦ τοῦ Παναγίου καί Ζωοδόχου Τάφου ἐν τῇ προσφορᾷ τῆς ἀναιμάκτου θυσίας «κατά τήν σωτήριον καί φωταυγῆ νύκτα τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας τῆς Ἀναστάσεως» προσευχόμεθα ὑπέρ εἰρηνεύσεως τοῦ σύμπαντος κόσμου καί δή τῆς ἀνειρηνεύτου Μέσης Ἀνατολῆς, ὑπέρ παύσεως τῶν σχισμάτων τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καί χαιρετίζομεν τό εὐσεβές ποίμνιον Ἡμῶν ὅπου γῆς καί τούς εὐλαβεῖς προσκυνητάς καί εὐχόμεθα εἰς πάντας τήν χαράν, τήν δύναμιν, τήν ἐλπίδα καί τό φῶς τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.

 Χριστός Ἀνέστη!

 

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Ἱερουσαλήμ ΠΑΣΧΑ 2019.

Μετά Πατρικῶν εὐχῶν καί Πατριαρχικῶν εὐλογιῶν,

Διάπυρος πρός Κύριον Εὐχέτης,

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ

Πατριάρχης Ἱεροσολύμων




ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΚ ΤΗΣ ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟN ΣΤΑΘΜΟN ΑΝΤ1 TV ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΝ ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΟΥ Κ. ΑΛΙΚΑΚΟΥ

Ἀριθμ. Πρωτ.

      133

Πρός: Τηλεοπτικό Σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ

 Εντιμότατοι κύριοι,

Αναφορικά με το ζήτημα που δημιουργήθηκε εξ αφορμής της επικείμενης κυκλοφορίας από τις Εκδόσεις Εκκρεμές, ενός βιβλίου του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου και τίτλο «Λύτρωση – Περί του Αγίου Φωτός» εκθέτουμε τα παρακάτω:

Α) Ο συγγραφέας επισκέφτηκε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και συναντήθηκε με στελέχη του αρχικά προς κάλυψη πνευματικών του αναγκών και ακολούθως στα πλαίσια έρευνας γύρω από την ιστορία του Πατριαρχείου μας.

Β) Οι όποιες βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις ισχυρίζεται πως έχει στην διάθεσή του έλαβαν χώρα παρανόμως, εν αγνοία των συνομιλητών του, και χωρίς φυσικά την απαραίτητη συγκατάθεσή τους.

Γ) Από όσα βίντεο είδαν το φως της δημοσιότητας είναι προφανής η δόλια συρραφή (μοντάζ) με σκοπό την εξαγωγή του «επιθυμητού» αποτελέσματος, ενέργεια η οποία εκτός από ηθικά κατακριτέα, είναι και ποινικώς ελεγκτέα.

Δ) Ήδη έχει δρομολογηθεί προς την εταιρία google κάθε απαραίτητη νόμιμη ενέργεια για αφαίρεση των επίμαχων βίντεο από το διαδίκτυο ως προϊόντων παράνομης υποκλοπής, που περιέχουν παραπλανητικό και συκοφαντικό περιεχόμενο και δυσφημούν πρόσωπα και Αλήθειες της Πίστεώς μας. Σε κάθε περίπτωση ρητά επιφυλασσόμαστε παντός εν γένει νομίμου δικαιώματός μας αναφορικά με τις απαραίτητες δικαστικές ενέργειες που εκ των πραγμάτων θα λάβουν χώρα.

Ε) Τα όσα αναγράφονται στο επίμαχο βιβλίο αποτελούν προϊόν φανταστικών ιστοριών επινόησης του συγγραφέα με προφανή στόχο τον σκανδαλισμό των πιστών και την αποκόμιση οικονομικού οφέλους από τις πωλήσεις του βιβλίου. Η επιλογή κυκλοφορίας του επίμαχου βιβλίου την δεδομένη χρονική συγκυρία, μεσούσης της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαροκοστής και οδεύοντας η Εκκλησία μας προς το Άγιον Πάσχα αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας τα βαθύτερα κίνητρα του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου.

ΣΤ) Η επίσημη θέση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για την τελετή του Αγίου Φωτός είναι εκείνη η οποία περιέχεται στο πρόγραμμα της τελετής του Αγίου Φωτός του Μεγάλου Σαββάτου εκάστου έτους, στην ιστοσελίδα του Πατριαρχείου, στις μελέτες των Αγιοταφιτών Πατέρων και δη του μακαριστού Αγιοταφίτου Καλλίστου Μηλιαρά στο περιοδικό «Νέα Σιών» και σε ό,τι συνάγεται εκ της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας.

 Ιεροσόλυμα, 18 Μαρτίου 2019,

 

Με εκτίμηση, 

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ

Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντίνης

Γέρων Ἀρχιγραμματεύς




ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΘΕΙΟΤΑΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ κ. κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ Γ΄ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2018

Βηθλεέμ ἑτοιμάζου, εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη,

τό Σπήλαιον δεχέσθω, ἡ ἀλήθεια ἦλθε, ἡ σκιά παρέδραμε

καί Θεός ἀνθρώποις ἐκ Παρθένου πεφανέρωται

μορφωθείς τό καθ΄ἡμᾶς καί θεώσας τό πρόσλημμα.

( Ἰδιόμελον ἀκολουθίας Μεγάλων Ὡρῶν Χριστουγέννων,

Ποίημα  ἁγίου Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων).

 

Κατά τάς χαρμοσύνους ἡμέρας τοῦ Δωδεκαημέρου, ἐξαιρέτως δέ κατά τήν σήμερον ἡμέραν τῶν Γενεθλίων τοῦ Χριστοῦ, πρωτίστως δοξολογικῶς καί εὐχαριστιακῶς ἡ Ἐκκλησία, κοινωνικῶς δέ καί ἡ ἀνθρωπότης ὅλη, ἑορτάζουν γεγονός ὑπερφυές καί ἐξαίσιον, μυστήριον ξένον καί παράδοξον, ὑπερβαῖνον πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἔννοιαν.

Τό ἑόρτιον γεγονός τοῦτο εἶναι ἡ σάρκωσις, ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου. «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσε ἐν ἡμῖν» (Ἰω. 1, 14) κατά  τόν Εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης. Ἐν τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ πρός τόν ἄνθρωπον ὁ Θεός Πατήρ ἡμῶν ηὐδόκησε καί ὁ Υἱός Αὐτοῦ, Υἱός ἀνθρώπου γέγονε, σαρκωθείς καί τεχθείς κατά σάρκα ἐκ τῆς ἁγίας καί ἀμώμου Παρθένου. «Ὁ Θεός ὤφθη σαρκοφόρος ἐπί τῆς γῆς καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» κατά τόν ὑμνῳδόν τῆς Ἐκκλησίας. «Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ», κατά τόν θεοφόρον πατέρα  ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν,  «μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος, ἤτοι τῆς ἡμετέρας ἀνθρωπίνης φύσεως, ἵνα δι’ Ἑαυτοῦ ἐν Ἑαυτῷ ἀνακαινίσῃ τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν καί τῇ τῆς ζωῆς κοινωνίᾳ ἐλευθερώσῃ ἡμᾶς τῆς φθορᾶς, ἀπαρχή γενόμενος τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως καί τό ἀχρειωθέν καί συντριβέν σκεῦος ἀνακαινίσῃ» (Ἔκδ. Ὀρθοδ. Πίστεως, οζ΄). Τήν φιλάνθρωπον ἐνέργειαν ταύτην τοῦ Θεοῦ Γρηγόριος ὁ θεολόγος ὀνομάζει «ἐπιδημίαν τοῦ Θεοῦ εἰς τήν γῆν, ἵνα ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἰς οὐρανόν ἐνδημήσωμεν» (PG 36, 316A).

Ἡ ἐκ τῆς ἀειπαρθένου κατά σάρκα γέννησις τοῦ Θεοῦ Λόγου λαμβάνει χώραν εἰς τούς χρόνους ἀπογραφῆς τῆς οἰκουμένης ἐπί Καίσαρος Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου καί ἐπί Ἡρώδου τοῦ βασιλέως εἰς τήν πόλιν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας, (Λουκ. 2, 1 & Ματθ. 2, 1). Τότε διά τό μή εἶναι τόπον ἐν τῷ καταλύματι (Λουκ. 2, 7), ὁ Χριστός «λαθών ἐτέχθη ὑπό τό σπήλαιον». Οὐχ ἧττον τό ὑπό τήν γῆν διά τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς κεκρυμμένον, ἤτοι ἡ κένωσις τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ἡ πτωχεία τοῦ σπηλαίου καί τῶν σπαργάνων, ἀπ’ οὐρανῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ εἰς τούς ἀνθρώπους γνωρίζεται. Ὁ Θεός δι’ ἀστέρος καλεῖ μάγους δωροφοροῦντας ἀπό ἀνατολῶν (Ματθ. 2, 1) καί ποιμένας ἀγραυλοῦντας, δι’ ἀγγέλων, ψαλλόντων «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», (Λουκ. 2, 14).

Τό οὐράνιον καί θεῖον μήνυμα τοῦτο τῆς εἰρήνης τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης, τοῦ Ἀγγέλου τῆς μεγάλης Βουλῆς, ἤτοι τῆς συνδιαλλαγῆς, τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Θεοῦ πρός ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους, τῆς συγγνώμης, τῆς ἄκρας ταπεινώσεως, ἡ ὁποία ἔφθασε καί μέχρι τῆς θυσίας τοῦ Σταυροῦ, ἐνστερνίζεται, οἰκειοποιεῖται, ἐπαγγέλλεται, ἐξασκεῖ καί κηρύττει ἡ ὑπό τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ ἱδρυθεῖσα Ἐκκλησία,  πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν, πρός τά μέλη αὐτῆς καί τόν κόσμον ὅλον, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, θρησκεύματος, ἐθνικότητος, χρώματος καί γλώσσης, καλοῦσα καί λέγουσα ὡς ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν «προσλαμβάνετε ἀλλήλους καθώς καί ὁ Χριστός προσελάβετο ἡμᾶς εἰς δόξαν Θεοῦ», (Ρωμ. 15, 7). Ἰδιαιτέρως ἐκπέμπει τό μήνυμα τοῦτο πρός τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς, τούς κατευθύνοντας τάς ζωάς τῶν ἀνθρώπων καί καθορίζοντας τάς ἐξελίξεις εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν καί τήν Ἁγίαν Γῆν, ἵνα μή φυσιῶνται καί ὑπεραίρωνται, ἀλλά ἵνα ὡς ἄρχοντες διακονῶσι ἐν δικαιοσύνῃ καί ἀληθείᾳ τήν εὐημερίαν, τήν ἀξιοπρέπειαν καί τήν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν αὐτῶν.

Ἡ Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ἔχουσα  κατ’ ἐξοχήν ἐξ ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν τό προνόμιον τῆς εὐλογίας νά διακονῇ τόν Ἐνανθρωπήσαντα Χριστόν εἰς τό θεοδέγμον Σπήλαιον καί τήν ἄνωθεν τούτου Κωνσταντίνειον καί Ἰουστινιάνειον Βασιλικήν προσεύχεται ὑπέρ εἰρηνεύσεως τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, εὐημερίας τῆς πόλεως Βηθλεέμ, ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν καί εὔχεται εἰς τό χριστεπώνυμον πλήρωμα αὐτῆς, τό διαβιοῦν εἰς τήν δικαιοδοσίαν αὐτῆς καί ὁπουδήποτε γῆς, ζωήν, ὑγιείαν, εἰρήνην, εὐημερίαν, πρόοδον, προκοπήν καί σωτηρίαν καί εἰς τούς προστρέχοντας ἐκ περάτων τῆς οἰκουμένης εὐσεβεῖς προσκυνητάς, τήν χάριν, τήν δύναμιν, τήν εἰρήνην καί  τήν εὐλογίαν τοῦ δι’ ἡμᾶς σαρκί νηπιάσαντος καί ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας σαρκί τεχθέντος Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Βηθλεέμ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2018

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ΄

Πατριάρχης  Ἱεροσολύμων




ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΕΙΣ ΤΟ ΦΑΝΑΡΙΟΝ

Ὁ Πατριαρχικός Ἐπίτροπος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀπέστειλε τό κάτωθι μήνυμα τοῦ ἑορτασμοῦ  τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου πρώτου Ἱεράρχου τῶν Ἱεροσολύμων (νέον ἑορτολόγιον), τῆς ὁποίας προεξῆρξεν ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος:

“Ὁμιλία τοῦ Παναγιωτάτου μετά τόν Ἑσπερινό κατά τόν ὁποῖο χοροστάτησε στό Μετόχι τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων στό Νεοχώρι τῆς Πόλεως

Τούς διαχρονικά στενούς δεσμούς ἀλληλοϋποστήριξης καί στενῆς συνεργασίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ὑπογράμμισε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, σέ ὁμιλία Του, σήμερα τό ἀπόγευμα, 22 Ὀκτωβρίου, στόν Ἱ.Ν. Ἁγίου Γεωργίου, Μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου, στό Νεοχώρι τοῦ Βοσπόρου, ὅπου χοροστάτησε στόν Ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, ἐπί τῇ ἱερᾷ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου. Τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὑποδέχθηκε, νωρίτερα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνθηδῶνος Νεκτάριος, Ἐπιτρόπος τοῦ Παναγίου Τάφου στήν Πόλη, ὁ ὁποῖος καί τόν προσκάλεσε νά προστῇ τῶν λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων πρός τιμήν τοῦ προστάτου τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων.

Μετά τόν Ἑσπερινό, στόν ὁποῖο παρέστησαν οἱ Μητροπολῖτες Γέρων Δέρκων Ἀπόστολος, Μυριοφύτου καί Περιστάσεως Εἰρηναῖος, Ἰκονίου Θεόληπτος, Καλλιουπόλεως καί Μαδύτου Στέφανος, Προύσης Ἐλπιδοφόρος, Ἀδριανουπόλεως Ἀμφιλόχιος, οἱ Ἐπίσκοποι Χριστουπόλεως Μακάριος, Ἀλικαρνασσοῦ Ἀδριανός, Ἐρυθρῶν Κύριλλος, ἡ Γενική Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος στήν Πόλη Γεωργία Σουλτανοπούλου, Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι καί πλῆθος πιστῶν, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀπένειμε, ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατριάρχῃ Ἱεροσολύμων Θεοφίλου, τό ὀφφίκιο τοῦ Σταυροφόρου τοῦ Τάγματος τοῦ Παναγίου Τάφου στό δραστήριο μέλος τῆς Ὁμογενείας καί Νιχωρίτη κ. Παντελεήμονα Βίγκα, Ἄρχοντα Μέγα Χαρτοφύλακα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Πρόεδρο τῆς Κοινότητας Παναγίας Κουμαριωτίσσης Νεοχωρίου.

«Ἡ παράδοση τῆς συνεργασίας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας συνεχίζεται».

Στήν ὁμιλία του ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀναφέρθηκε στούς ἀνά τούς αἰῶνες κοινούς ἀγῶνες τῶν Προκαθημένων τῶν Ἐκκλησιῶν Κωνσταντινουπόλεως καί Ἱεροσολύμων γιά τήν προάσπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῶν τιμαλφῶν τοῦ Γένους.

«Ἡμεῖς ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ στρέφομεν πάντοτε τούς νοερούς ὀφθαλμούς τῆς καρδίας πρός τά Πανάγια Προσκυνήματα καί βαδίζομεν εἰς τούς χώρους, ἔνθα ἐβάδισεν ὁ Χριστός, καί λαμβάνομεν τήν μυστικήν Χάριν, ἡ ὁποία καί σήμερον ὡς δρόσος Ἀερμών καταβαίνει εἰρηνικῶς εἰς τήν βοσπορίτιδα ταύτην ἀκρώρειαν, καί διέρχεται καί διά τοῦ Ἱεροῦ τούτου Μετοχίου, τό ὁποῖον ἐφιλοξένησε καί μακαρίους Πατριάρχας Ἱεροσολύμων, συμπορευθέντας μετά τῶν ἀοιδίμων προκατόχων ἡμῶν εἰς τήν προάσπισιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῶν τιμαλφῶν τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν Γένους. Τοῦτο, ἄλλωστε, ἐπιμαρτυρεῖ καί ἡ συχνή συμμετοχή τῶν κατά καιρούς ἐν τῇ Πόλει ταύτῃ παρεπιδημούντων Πατριαρχῶν Ἱεροσολύμων εἰς τήν Ἐνδημοῦσαν Σύνοδον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, οἱ ὁποῖοι εἰς πολλάς Πατριαρχικάς Πράξεις συνυπογράφουν καί συναποφαίνονται ἐπί καιρίων ζητημάτων τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Ἡ παράδοσις αὕτη συνεργασίας τῶν δύο ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν συνεχίζεται ἐπί τῆς αὐτῆς βάσεως καί σήμερον ἐπί τῆς εὐκλεοῦς Πατριαρχίας τοῦ Μακαριωτάτου ἀδελφοῦ ἁγίου Ἱεροσολύμων κυρίου Θεοφίλου, ὅστις ἵσταται ἐπί τό πηδάλιον τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας ἱκανός οἰακοστρόφος, ὁδηγῶν τό σκάφος αὐτῆς εἰς εὐδίους λιμένας. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ἡ ἡμετέρα Μετριότης χάριτας ὀφείλομεν εἰς τήν Αὑτοῦ Μακαριότητα, τάς ὁποίας ἐν εὐχαριστίᾳ πολλῇ ἐκφράζομεν καί κατά τήν ἱεράν ταύτην στιγμήν, μιμνῃσκόμενοι τῆς καλῆς συνεργασίας μετ’ αὐτοῦ πάντοτε, ἰδίᾳ ὅμως κατά τάς ἐργασίας τῆς ἔναγχος ἐν εὐλογίαις καί ἀγαθοῖς ἀποτελέσμασι συγκληθείσης ἐν Κρήτῃ Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί σήμερον, ὅτε ἡ ἀδελφή Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει νέον πρόβλημα ἀπαλλοτριώσεως κτηματικῆς αὐτῆς περιουσίας, ἡ εὐχή μας εἶναι νά ἀποφύγῃ αὕτη τόν κίνδυνον, νά τήν προστατεύῃ ὁ Δομήτωρ Χριστός καί να χαρίζῃ εἰς αὐτήν εὐστάθειαν, εἰς δέ τόν ἄξιον Προκαθήμενον αὐτῆς ὑγείαν, μακροημέρευσιν καί ἐπιτυχίας εἰς τήν διακυβέρνησιν τοῦ σκάφους αὐτῆς, καθώς διέρχεται ἐν μέσῳ παγίδων πολλῶν.»

Ὁ Παναγιώτατος ἐπεσήμανε ὅτι ἡ παρουσία Του στό Μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου, «δίδει εἰς ὅλους ἡμᾶς τήν εὐκαιρίαν νά βιώσωμεν, διά μίαν εἰσέτι φοράν, τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δηλαδή «ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν». Ἀληθῶς, «ἐν τῇ ἑνώσει ἡ ἰσχύς». Μέ ἀφορμή τήν ἀρχή αὐτή, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ἀναφέρθηκε στόν τιμώμενο ὁμογενῆ ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων.

«Τόν χρυσοῦν τοῦτον κανόνα ἀσπάζεται καί ἐμπράκτως ἐφαρμόζει, κάλλιον παντός ἄλλου, ὁ τιμώμενος σήμερον ὑπό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας Ἄρχων Μέγας Χαρτοφύλαξ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ἐντιμολογιώτατος κύριος Λάκης Βίγκας, πιστόν καί ἀφωσιωμένον τέκνον τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπίλεκτον μέλος τῆς Ὁμογενείας, ἄνθρωπος προσφορᾶς καί θυσίας, μέχρις αὐτοθυσίας, ὡς καί ἄνθρωπος ἀρχῶν καί ἀσυμβίβαστος ἰδεολόγος, ὅστις ἀγαπᾷ μέ πάθος τήν Ρωμιοσύνην, εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας ἔταξεν ἑαυτόν, εἰς βάρος πολλάκις τῆς ἐργασίας του, τῆς οἰκογενείας του, τῆς ἀναπαύσεώς του, ἐνίοτε δέ καί βαλλόμενος καί συκοφαντούμενος. Εἴμεθα εἰς θέσιν νά γνωρίζωμεν ὡς Ἀρχιεπίσκοπος καί ποιμενάρχης Κωνσταντινουπόλεως, πόσων καί ὁποίων φιλογενῶν ἔργων ἡ πρωτοβουλία καί ἡ πατρότης ἀνήκει εἰς τόν κ. Βίγκαν καί εἰς πόσα ἄλλα ἔχει βάλει οὗτος τήν ὑπογραφήν του, ὄχι λόγοις, ἀλλά ἔργοις, μαζί μέ ἑτέρους ἐκλεκτούς ὁμογενεῖς.

Καί εἶναι πανάξιον καί δίκαιον τό γεγονός ὅτι τιμᾶται σήμερον καί ὑπό τῆς ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, διά τοῦ ὀφφικίου τοῦ Σταυροφόρου τοῦ Παναγίου Τάφου, διά τά ἐνταῦθα Μετόχια τοῦ ὁποίου ἐπί μακράν σειράν ἐτῶν ἤδη ἀγωνίζεται καί ἐπιτυγχάνει χειροπιαστά ἀποτελέσματα. Χαίρομεν ἰδιαιτέρως καί εὐχαριστοῦμεν τόν ἀδελφόν Μακαριώτατον Πατριάρχην Ἱεροσολύμων κύριον Θεοφίλον, διά τήν ἔμπρακτον ἐκδήλωσιν τῆς ἐκτιμήσεως καί τῆς εὐγνώμονος ἀναγνωρίσεως τῆς κατ’ Αὐτόν Ἐκκλησίας δι᾽ ὅσα ὑπέρ αὐτῆς ἔχει μέχρι σήμερον ἐπιτελέσει ὁ κ. Βίγκας. Καί τοῦτο γίνεται κατά παράκλησιν τῆς Αὐτοῦ Μακαριότητος ἰδίαις ἡμῶν Πατριαρχικαῖς χερσί, τοῦθ’ ὅπερ μᾶς χαροποιεῖ ἰδιαιτέρως.

Εἶσαι πολύτιμος διά τήν Ὁμογένειαν, Ἄρχων, πολιτισμένος ἄνθρωπος, γλωσσομαθής, ἐργατικός, φιλότιμος, ἔντιμος, εἰλικρινής, μέ μίαν λαμπράν οἰκογένειαν, τήν ὁποίαν σοῦ ἐχάρισεν ὁ Θεός ὡς ἀντίδωρον διά τούς πολλούς κόπους σου καί τάς πολλάς θυσίας σου. Δέν θά ἐπιθυμούσαμε νά συνεχίσουμε τήν ἀναφοράν καί τήν ἔξαρσιν τῆς χαρισματικῆς προσωπικότητός σου, ἢ ἄλλων κοινωφελῶν πρωτοβουλιῶν καί ἐπιτευγμάτων σου, περιοριζόμενοι εἰς τήν διαπίστωσιν ὅτι εὐθύς ἀπ’ ἀρχῆς ἠθέλησες νά δώσῃς ἕνα ὅραμα καί μίαν αἰσιοδοξίαν εἰς τήν Ὁμογένειαν καί νά μεταδώσῃς τό μήνυμα ὅτι αὐτή ἔχει μέλλον ἐδῶ εἰς τήν Πόλιν.»

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης συνεχάρη τόν τιμηθέντα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνθηδῶνος γιά τήν φιλότιμη καί κοπιώδη διακονία Του στήν Πόλη, καθώς καί γιά τό σημαντικό ἀνακαινιστικό ἔργο πού πραγματοποίησε στά Μετόχια τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων στό Νεοχώρι, τό Φανάρι καί τήν Χάλκη. Εὐχήθηκε δέ ὁ Κύριος νά χαρίζῃ στήν Σιωνίτιδα Ἐκκλησία, «πᾶσαν ἀγαθοδωρίαν καί εὐστάθειαν, εἰς σωτηρίαν τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί εὐλογίαν τῶν πολυπληθῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων».

Προηγουμένως, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνθηδῶνος, καλωσορίζοντας μέ θερμούς λόγους τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στό Μετόχι τοῦ Παναγίου Τάφου, ἀναφέρθηκε ἰδιαιτέρως στίς σχέσεις συνεργασίας, ἀλληλοκατανοήσεως καί συμπορεύσεως τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων μέ τό Πρωτόθρονο Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Εὐχήθηκε δέ στόν Παναγιώτατο γιά τήν σημερινή ἐπέτειο συμπληρώσεως εἴκοσι ἑπτά ἐτῶν ἀπό τήν ἐκλογή Του στόν Οἰκουμενικό Θρόνο.

«Τόν Θρόνον τοῦτον, […] κοσμεῖ καί σεμνύνει ἡ Ὑμετέρα Σεπτή Κορυφή, ἡ ὁποία μέχρι τῆς σήμερον ὡς κυματοθραύστης ἰσχυρός ἀνθίσταται εἰς τά ἄγρια κύματα θαλάσσης, τά ἐπαφρίζοντα τάς ἑαυτῶν αἰσχύνας ὅλως ἰδιαιτέρως κατά τούς παρόντας καιρούς, τά ὁποῖα καί πάλιν εἰσορμοῦν ἐκ τῶν Βοσπορινῶν ὑδάτων, θεωροῦντα ὅτι δύνανται νά προκαλέσουν ἑλαχίστην ζημίαν εἰς τόν ἀπήνεμον λιμένα τῆς μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Μητρός Ἐκκλησίας. Παρῆλθαν ὅμως οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι, κατά τούς ὁποίους οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς ἠναγκάζοντο, διά τό δύσκολον τῶν καιρῶν, πλάνητες νά περιφέρωνται εἰς τά τέσσερα τοῦ ὁρίζοντος σημεῖα διά μικράν οἰκονομικήν ἀνάπαυσιν τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν, λειτουργοῦντες πολλάκις πρός τοῦτο τρόπῳ συγκαταβατικῷ καί οἰκονομικῶς. […] Εἴκοσι καί ἑπτά ἔτη εἰς στενάς καί τεθλιμμένας ὁδούς συνεχοῦς σταυρικῆς θυσίας, ἀλλά καί ἀναστασίμου χαρᾶς, σημεῖον πολλάκις ἀντιλεγόμενον, ἀλλά καί ἀμφισβητούμενον ὑπό ἀγνοούντων τήν ἱστορίαν καί τήν ἐκκλησιολογίαν. Εἴκοσι καί ἑπτά ἔτη προσφορᾶς εἰς τήν Ἐκκλησίαν, εἰς τόν Διάλογον τῆς ἀγάπης μετά τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν, εἰς τό ἐνδιαφέρον ὑπέρ τοῦ ὑμετέρου ποιμνίου, ὑπέρ τοῦ κατατρεγμένου ἄνευ διακρίσεως θρησκείας ἢ καταγωγῆς ἀνθρώπου, ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἰδιαιτέρως δέ ὑπέρ διατηρήσεως τῆς εἰρήνης καί τῆς προόδου ἀλλά καί εὐημερίας καί εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν εἰς τήν Ἀνατολή ἀλλά καί τήν Δύση, καθώς καί εἰς πᾶν ἄλλο πρόβλημα,τό ὁποῖον ταλανίζει τόν σύγχρονον κόσμο.» Στή συνέχεια ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νεκτάριος παρέδωσε στόν Παναγιώτατο ἐπίσημο γράμμα τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων, με τό ὁποῖο αἰτεῖται ποσότητα Ἁγίου Μύρου γιά τίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας, «ὡς σημεῖον», ὅπως εἶπε ὁ Ἐπίτροπος τοῦ Παναγίου Τάφου, «μυστηριακῆς ἑνότητος πηγαζούσης ἐκ τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δηλονότι τῆς Νέας Ρώμης καί οὐχί τῆς Δευτέρας Ρώμης».

Ἀπό τήν πλευρά του ὁ κ. Παντελεήμων Βίγκας ἐξέφρασε τήν βαθιά εὐγνωμοσύνη Του για τήν ἰδιαίτερη τιμητική διάκριση πού τοῦ ἐπεφύλαξε ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ἀλλά καί τήν συγκίνησή του γιά τό γεγονός ὅτι τήν ἔλαβε ἀπό τά χέρια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου”.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας




Η ΚΥΡΙΩΝΥΜΟΣ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

Τήν Κυριακήν, 25ην Δεκεμβρίου 2017/ 7ην Ἰανουαρίου 2018, ἑωρτάσθη ὑπό τοῦ Πατριαρχείου ἡ ἑορτή τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, συμφώνως ἀρχαιοτάτῃ παραδόσει καί τάξει εἰς τήν πόλιν τῆς Βηθλεέμ, τήν Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως καί τό Θεοδέγμον Σπήλαιον.

Ἡ ἑορτή ἤρχισε διά τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου, ἀπό τήν 10.30 μ.μ. ὥραν τῆς νυκτός τῆς προηγουμένης ἡμέρας τῆς Παραμονῆς, 24ης Δεκεμβρίου 2017/ 6ης Ἰανουαρίου 2018, ἅμα τῆ εἰσόδῳ ἀπό τῆς Πύλης τοῦ Βαπτιστηρίου καί τῇ ἐκεῖ ὑποδοχῇ τοῦ προεξάρχοντος Ἀρχιερέως Πατριαρχικοῦ Ἐπιτρόπου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου.

Ἀπό τοῦ Καθίσματος τοῦ Ὄρθρου «Δεῦτε Ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός», ἤρξατο ἀπό τῆς Ὡραίας Πύλης ἡ ἐπίσημος κάθοδος πρός τό Ἅγιον Σπήλαιον, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου, ἔχοντος δεξιά Αὐτοῦ τόν Πρόεδρον τοῦ Παλαιστινιακοῦ κράτους κ. Μαχμούντ Ἀμπάς Ἀμποῦ Μάζεν, ἀριστερά τόν Ἀντιπρόσωπον τοῦ Βασιλέως τῆς Ἰορδανίας Ἀμπντάλλα ΙΙ Ὑπουργόν Ἐσωτερικῶν τῆς Ἰορδανίας κ. Ghaleb Zu’bi, τόν Γενικόν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα κ. Χρῆστον Σοφιανόπουλον τόν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐκκλησιαστικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Παλαιστινιακοῦ κράτους κ. Χάννα Ἀμῆρε, τόν Ὑπουργόν Διοικήσεως κ. Ζιγιάντ Μπάντακ καί ἄλλους ἀξιωματούχους τοῦ Παλαιστινιακοῦ κράτους καί ἔνθεν καί ἔνθεν ἄλλους κυβερνητικούς καί ἀστυνομικούς παράγοντας τῆς πόλεως τῆς Βηθλεέμ, διπλωματικούς ἀντιπροσώπους κρατῶν, τῶν Ἀρχιερέων καί τῶν Ἱερέων ἐνδεδυμένων καί προπορευομένων.

Ἅμᾳ τῇ καθόδῳ εἰς τό Σπήλαιον ἐψάλησαν οἱ Ἀναβαθμοί καί ἀνεγνώσθη ἡ Εὐαγγελική περικοπή τῆς Γεννήσεως καί τό Πατριαρχικόν Μήνυμα τῶν Χριστουγέννων ὑπό τοῦ Γέροντος Ἀρχιγραμματέως Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Ἀριστάρχου ἑλληνιστί, ἔχον οὕτως:

Ὁ πρό ἑωσφόρου ἐκ Πατρός ἀμήτωρ γεννηθείς,

ἐπί τῆς γῆς ἀπάτωρ ἐσαρκώθη σήμερον ἐκ σοῦ.

Ὅθεν ἀστήρ εὐαγγελίζεται μάγοις,

Ἄγγελοι δέ μετά ποιμένων ὑμνοῦσι

τόν ἄχραντον τόκον σου, ἡ Κεχαριτωμένη.

(Κοντάκιον τῆς Συνάξεως τῆς Θεοτόκου).

 

 Κατά τάς εὐφροσύνους καί λαμπροφόρους ἡμέρας τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου ἑορτάζει κατ’ ἐξοχήν ἡ Ἐκκλησία, οὐχ ἧττον ὅμως καί ἡ ἀνθρωπότης ὅλη, γεγονός θεῖον καί οὐράνιον, ἐξαίσιον καί θαυμαστόν, ξένον καί παράδοξον. Ἑορτάζει τό γεγονός τῆς εἰρηνικῆς ἐπισκέψεως καί θεραπευτικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ εἰς τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐκκλησία διαλαλεῖ τό γεγονός τῆς διά σαρκός Ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ εἰς τόν κόσμον. Ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεός, ὁ πλάσας τόν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ, ἀνέπλασεν αὐτόν εἰς τό πρό τῆς πτώσεως θεοειδές αὐτοῦ κάλλος διά τῆς ὁμοιώσεως Αὐτοῦ αὐτῷ. Ὁ Θεός ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου Αὐτοῦ ἐσαρκώθη, ἐνηνθρώπησε, ἐγένετο ἄνθρωπος. «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» ( Ἰω. 1, 14). Ὁ Θεός διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ καί διά τῆς κατά σάρκα ἐκ τῆς Ἀειπαρθένου γεννήσεως Αὐτοῦ ἐπί Καίσαρος Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου εἰς Βηθλεέμ, ἀνεκαίνισε τόν ἄνθρωπον, ἀνέσυρε αὐτόν ἐκ τοῦ βάθους τῆς πτώσεως καί τῆς φθορᾶς αὐτοῦ καί ἀνεβίβασεν εἰς τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, κατέστησεν αὐτόν «κοινωνόν θείας φύσεως». (Β΄ Πέτρου 1, 4). Διά τήν προσγενομένην εἰς τήν ἀνθρωπότητα τοιαύτην δωρεάν καί χάριν ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ ἡ Ἐκκλησία ψάλλει σήμερον μετά τοῦ ψαλμῳδοῦ: «λύτρωσιν ἀπέστειλε Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ,» μετά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ: «ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ ὅς ἐστι Χριστός» καί μετά τοῦ ὑμνῳδοῦ: «ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν» καί: «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε, Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε».

Αὐτόπται μάρτυρες τοῦ ἀνηκούστου μυστηρίου τούτου, τῆς ἐνσάρκου δηλονότι παρουσίας τοῦ Θεοῦ εἰς τόν κόσμον, εἶναι ἡ ὑπουργήσασα τοῦτο, ἤτοι ἡ Ἀειπάρθενος, ἡ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου συλλαβοῦσα, κυοφορήσασα, κατά σάρκα τεκοῦσα καί σπαργανώσασα τόν Χριστόν καί Ἰωσήφ ὁ πρεσβύτης, ὁ συνοδός αὐτῆς ἀπό Ναζαρέτ εἰς Βηθλεέμ διά τήν τοῦ Καίσαρος ἀπογραφήν, ἀπό Βηθλεέμ εἰς τήν εἰς Αἴγυπτον φυγήν καί εἰς τήν ἐπιστροφήν εἰς Ναζαρέτ, ἐξ ἧς καί Ναζωραῖος ἐκλήθη. Εἶναι ὡσαύτως ἁπλοῖ ἀγρόται, ποιμένες ἀγραυλοῦντες εἰς τά ποίμνια αὐτῶν, προσκληθέντες ἐγγύθεν εἰς θέαν καί ἐμπειρίαν τοῦ μυστηρίου δι’ ὀπτασίας ἀγγέλων, ψαλλόντων ἐξ οὐρανοῦ τόν ἀγγελικόν ὕμνον: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2, 14). Εἶναι ὅμως καί θεράποντες τῆς ἐπιστήμης, μάγοι Περσῶν βασιλεῖς, ἐρευνηταί τοῦ στερεώματος. Τούτους ἐκάλεσεν μακρόθεν δι’ ἀστέρος ὁ οὐρανός ὡς ἀπαρχήν τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας, ἵνα ἐκ τῆς εἰδωλολατρίας τῶν ἀστέρων ἔλθωσιν εἰς τήν προσκύνησιν τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης. Καί ὄντως, οὗτοι εἰς τό ἁπλοῦν καί ἀπέριττον τοῦτο Σπήλαιον εἶδον ἐκστατικοί «βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. 2, 16) καί ἐπιγνόντες τοῦτο, ἔκυψαν καί προσεκύνησαν ὡς τόν Ἐνανθρωπήσαντα καί κατά σάρκα ἐκ Παρθένου Τεχθέντα Θεόν, προσφέροντες τά δῶρα τῆς εὐσεβείας αὐτῶν, «χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν» (Ματθ. 2, 11).

Τοιουτοτρόπως διέλαμψεν εἰς τούς ἀνθρώπους ὁ πλοῦτος τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, ἐν τῇ πτωχείᾳ τοῦ Σπηλαίου καί τῇ εὐτελείᾳ τῶν σπαργάνων. Ὁ Χριστός προσέλαβε τόν ἄνθρωπον ταπεινῶν Ἑαυτόν, ἵνα ἐν Ἑαυτῷ ἁγιάσῃ καί δοξάσῃ αὐτόν. «Πλούσιος ὤν ἐπτώχευσεν δι’ ἡμᾶς, ἵνα ἡμεῖς τῇ Ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν» (Κορ. Β’ 8, 9). Θεός ὤν ἀληθινός, δυνατός καί κραταιός, περιεβλήθη ἀσθένειαν ἀνθρωπίνης σαρκός καί ἐν τῇ μιᾷ ἐν δύο φύσεσι θεανθρωπίνῃ Αὐτοῦ ὑποστάσει «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεός ἦν μετ’ αὐτοῦ» (Πράξ. 10, 38).

Τήν φιλανθρωπίαν ταύτην τοῦ Θεοῦ κηρύττει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἡ Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος, ἀκολούθως δέ σαρκί Σταυρωθέντος ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καί ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τήν Ἐκκλησίαν ἀφῆκεν ὁ Χριστός, ἵνα διαιωνίζῃ τό εἰρηνευτικόν, διαλλακτικόν, ἁγιαστικόν καί σωστικόν Αὐτοῦ ἔργον εἰς τόν κόσμον. Αὕτη ἐπιτελεῖ καί κηρύττει τό ἔργον Αὐτοῦ εἰς τά μέλη αὐτῆς ἀλλά καί εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ αὐτῶν ἐκλογῇ δέν δέχονται τό μήνυμα τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης, ἀλλά ἐνεργοῦν ἀσπλάγχνως καί ἀπανθρώπως ὡς ὁ Ἡρώδης πρός τόν τεχθέντα Βασιλέα καί τά νήπια. Οὗτοι ἀκονίζουν οὐχί τά ἄροτρα αὐτῶν δι’ ἄρωσιν, οὐχί τά δρέπανα διά θερισμόν ἀλλά τάς μαχαίρας πρός ἀλληλοσπαραγμόν. Δαπανοῦν τόν πλοῦτον τῶν ἀποθεμάτων τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ εἰς συμβατικούς καί μή συμβατικούς ἐξοπλισμούς καί πολέμους, θυσιάζουν ἑκατόμβας ἀθῴων ἀνθρώπων διά θηριωδῶν τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν εἰς τό ὄνομα μάλιστα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἐν ἀγάπῃ διαλέγεται καί πρός αὐτούς. Διδάσκει εἰρήνην τοῖς ἐγγύς καί τοῖς μακράν. Ἁγιάζει τούς ἀνθρώπους, ἡμερώνει τά ἤθη αὐτῶν, παραμένει ὄασις καί παράδεισος καί ὁρατή φανέρωσις τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς. Φιλανθρώπως συμμερίζεται τά πνευματικά καί ὑλικά ἀγαθά αὐτῆς μετά τῶν ἀνθρώπων. Διωκoμένη ἀνέχεται, συκοφαντουμένη συγχωρεῖ καί προσεύχεται. Καλεῖ πάντας λέγουσα: «ἔρχου καί ἴδε» (Ἰω. 1, 46).

Τοῦτο πράττει καί ἡ Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ φυλάσσουσα τούς Ἁγίους Τόπους καί δή τήν Κωνσταντίνειον καί Ἰουστινιάνειον ταύτην Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως, τήν ἀποτελοῦσαν τήν καρδίαν, ἀσπίδα καί προστασίαν τῆς ἁγίας πόλεως Βηθλεέμ. Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων προσεύχεται τήν ὥραν ταύτην ἀπό τοῦ θεοδέγμονος Σπηλαίου ὑπέρ εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εἰρήνης τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καί τῆς Ἁγίας Γῆς καί ὑπέρ προκοπῆς, θείας εὐλογίας καί σωτηρίας τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν τῶν Χριστουγέννων. Ἰδιαιτέρως προσεύχεται ὑπέρ τοῦ Ἑλληνορθοδόξου αὐτῆς ποιμνίου, τοῦ διαβιοῦντος εἰς τό Παλαιστινιακόν κράτος ἀλλά καί ὑπέρ ὅλου τοῦ Παλαιστινιακοῦ λαοῦ καί συμπαρίσταται δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων αὐτῆς καί δι’ ὅλων τῶν εἰρηνικῶν μέσων εἰς τόν ἐξοχώτατον Πρόεδρον Μαχμούντ Ἀμπᾶς Ἀμποῦ Μάζεν, τόν τιμῶντα διά τῆς παρουσίας Αὐτοῦ τήν ἑορτήν ἡμῶν, ἵνα ὁλοκληρώσῃ ἐπιτυχῶς τήν ἐκστρατείαν Αὐτοῦ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑπό τῆς διεθνοῦς Κοινότητος ἀναγνωριζομένου πολιτικοῦ καί θρησκευτικοῦ καθεστῶτος τῆς Ἱερουσαλήμ καί τῆς πλήρους ἀναγνωρίσεως τοῦ Παλαιστινιακοῦ κράτους ὑφ’ ὅλων τῶν κρατῶν ἀνά τόν κόσμον διεθνῶς.

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Βηθλεέμ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2017

                        Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,

                                     ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ΄

                         Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

καί ὑπό τοῦ Ἐκπροσώπου Τύπου τοῦ Πατριαρχείου εἰς τά Ἀραβικά Μ.Μ.Ε. Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἤσσα Μοῦσλεχ ἀραβιστί.

Μετά τοῦτο ἠκολούθησεν ἡ προσκύνησις εἰς τόν τόπον τῆς Γεννήσεως καί εἰς τήν ἁγίαν Φάτνην.

Ἐν συνεχείᾳ ἔλαβε χώραν ἡ ἄνοδος ἀπό τῆς βορείου Πύλης τοῦ Σπηλαίου καί ἡ λιτανεία τρίς πέριξ τῆς Βασιλικῆς διά μέσου τῶν βορείων καί νοτίων κλιτῶν αὐτῆς καί ἐν τέλει ἡ κατάληξις αὐτῆς εἰς τό Μέσον τῆς Βασιλικῆς καί ἡ δέησις.

Τῆς δεήσεως ἀναπεμφθείσης, ἤρξατο εἰς τό Καθολικόν ἡ θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου, συλλειτουργούντων Αὐτῷ τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ἡσυχίου καί Ἀρχιεπισκόπου Λύδδης κ. Δημητρίου, Ἁγιοταφιτῶν Ἱερομονάχων, Πρεσβυτέρων τοῦ Πατριαρχείου καί Ἱερέων ἄλλων ἐκκλησιῶν, τοῦ Ἀρχιδιακόνου π. Μάρκου καί τοῦ Ἱεροδιακόνου π. Ἀναστασίου, ψάλλοντος τοῦ Πρωτοψάλτου τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀριστοβούλου δεξιά ἑλληνιστί καί ἀριστερά τῆς χορῳδίας τῆς Βηθλεέμ ἀραβιστί ὑπό τόν κ. Λῶρενς Σαμούρ τῇ συμμετοχῇ πολλῶν προσκυνητῶν ἐκ Ρωσσίας, Ἑλλάδος, Ρουμανίας, Οὐκρανίας καί ἄλλων χωρῶν καί ἐντοπίων προσκυνητῶν ἐν κατανύξει, τῇ τιμητικῇ  παρουσίᾳ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος εἰς τά Ἱεροσόλυμα, κ. Χρήστου Σοφιανοπούλου καί τῆς Προξένου κ. Αἰκατερίνης Τζίμα.

Εἰς τό ἅγιον Σπήλαιον ἐτελεῖτο ὁμοίως θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἑλενουπόλεως κ. Ἰωακείμ.

Μετά τήν θείαν Λειτουργίαν παρετέθη τράπεζα ὑπό τοῦ ἀνακαινιστοῦ τῆς Μονῆς Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἰορδάνου κ. Θεοφυλάκτου πρός εὐφροσύνην τῆς Πατριαρχικῆς Συνοδείας, τῶν Ἀρχιερέων, Ἱερέων καί ἄλλου λαοῦ καί πρός δόξαν Θεοῦ, τοῦ καταστήσαντος δυνατήν καί εὐλογήσαντος τήν ἑορτήν ταύτην.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας

ngg_shortcode_0_placeholder” order_by=”sortorder” order_direction=”ASC” returns=”included” maximum_entity_count=”500″]




ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ Α.Θ.Μ. ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ κ.κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ Γ΄ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2017

Ὁ πρό ἑωσφόρου ἐκ Πατρός ἀμήτωρ γεννηθείς,

ἐπί τῆς γῆς ἀπάτωρ ἐσαρκώθη σήμερον ἐκ σοῦ.

Ὅθεν ἀστήρ εὐαγγελίζεται μάγοις,

Ἄγγελοι δέ μετά ποιμένων ὑμνοῦσι

τόν ἄχραντον τόκον σου, ἡ Κεχαριτωμένη.

(Κοντάκιον τῆς Συνάξεως τῆς Θεοτόκου).

 Κατά τάς εὐφροσύνους καί λαμπροφόρους ἡμέρας τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου ἑορτάζει κατ’ ἐξοχήν ἡ Ἐκκλησία, οὐχ ἧττον ὅμως καί ἡ ἀνθρωπότης ὅλη, γεγονός θεῖον καί οὐράνιον, ἐξαίσιον καί θαυμαστόν, ξένον καί παράδοξον. Ἑορτάζει τό γεγονός τῆς εἰρηνικῆς ἐπισκέψεως καί θεραπευτικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ εἰς τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐκκλησία διαλαλεῖ τό γεγονός τῆς διά σαρκός Ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ εἰς τόν κόσμον. Ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεός, ὁ πλάσας τόν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ, ἀνέπλασεν αὐτόν εἰς τό πρό τῆς πτώσεως θεοειδές αὐτοῦ κάλλος διά τῆς ὁμοιώσεως Αὐτοῦ αὐτῷ. Ὁ Θεός ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου Αὐτοῦ ἐσαρκώθη, ἐνηνθρώπησε, ἐγένετο ἄνθρωπος. «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» ( Ἰω. 1, 14). Ὁ Θεός διά τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ καί διά τῆς κατά σάρκα ἐκ τῆς Ἀειπαρθένου γεννήσεως Αὐτοῦ ἐπί Καίσαρος Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου εἰς Βηθλεέμ, ἀνεκαίνισε τόν ἄνθρωπον, ἀνέσυρε αὐτόν ἐκ τοῦ βάθους τῆς πτώσεως καί τῆς φθορᾶς αὐτοῦ καί ἀνεβίβασεν εἰς τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, κατέστησεν αὐτόν «κοινωνόν θείας φύσεως». (Β΄ Πέτρου 1, 4). Διά τήν προσγενομένην εἰς τήν ἀνθρωπότητα τοιαύτην δωρεάν καί χάριν ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ ἡ Ἐκκλησία ψάλλει σήμερον μετά τοῦ ψαλμῳδοῦ: «λύτρωσιν ἀπέστειλε Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ,» μετά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ: «ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ ὅς ἐστι Χριστός» καί μετά τοῦ ὑμνῳδοῦ: «ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν» καί: «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε, Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε».

Αὐτόπται μάρτυρες τοῦ ἀνηκούστου μυστηρίου τούτου, τῆς ἐνσάρκου δηλονότι παρουσίας τοῦ Θεοῦ εἰς τόν κόσμον, εἶναι ἡ ὑπουργήσασα τοῦτο, ἤτοι ἡ Ἀειπάρθενος, ἡ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου συλλαβοῦσα, κυοφορήσασα, κατά σάρκα τεκοῦσα καί σπαργανώσασα τόν Χριστόν καί Ἰωσήφ ὁ πρεσβύτης, ὁ συνοδός αὐτῆς ἀπό Ναζαρέτ εἰς Βηθλεέμ διά τήν τοῦ Καίσαρος ἀπογραφήν, ἀπό Βηθλεέμ εἰς τήν εἰς Αἴγυπτον φυγήν καί εἰς τήν ἐπιστροφήν εἰς Ναζαρέτ, ἐξ ἧς καί Ναζωραῖος ἐκλήθη. Εἶναι ὡσαύτως ἁπλοῖ ἀγρόται, ποιμένες ἀγραυλοῦντες εἰς τά ποίμνια αὐτῶν, προσκληθέντες ἐγγύθεν εἰς θέαν καί ἐμπειρίαν τοῦ μυστηρίου δι’ ὀπτασίας ἀγγέλων, ψαλλόντων ἐξ οὐρανοῦ τόν ἀγγελικόν ὕμνον: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2, 14). Εἶναι ὅμως καί θεράποντες τῆς ἐπιστήμης, μάγοι Περσῶν βασιλεῖς, ἐρευνηταί τοῦ στερεώματος. Τούτους ἐκάλεσεν μακρόθεν δι’ ἀστέρος ὁ οὐρανός ὡς ἀπαρχήν τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας, ἵνα ἐκ τῆς εἰδωλολατρίας τῶν ἀστέρων ἔλθωσιν εἰς τήν προσκύνησιν τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης. Καί ὄντως, οὗτοι εἰς τό ἁπλοῦν καί ἀπέριττον τοῦτο Σπήλαιον εἶδον ἐκστατικοί «βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. 2, 16) καί ἐπιγνόντες τοῦτο, ἔκυψαν καί προσεκύνησαν ὡς τόν Ἐνανθρωπήσαντα καί κατά σάρκα ἐκ Παρθένου Τεχθέντα Θεόν, προσφέροντες τά δῶρα τῆς εὐσεβείας αὐτῶν, «χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν» (Ματθ. 2, 11).

Τοιουτοτρόπως διέλαμψεν εἰς τούς ἀνθρώπους ὁ πλοῦτος τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, ἐν τῇ πτωχείᾳ τοῦ Σπηλαίου καί τῇ εὐτελείᾳ τῶν σπαργάνων. Ὁ Χριστός προσέλαβε τόν ἄνθρωπον ταπεινῶν Ἑαυτόν, ἵνα ἐν Ἑαυτῷ ἁγιάσῃ καί δοξάσῃ αὐτόν. «Πλούσιος ὤν ἐπτώχευσεν δι’ ἡμᾶς, ἵνα ἡμεῖς τῇ Ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν» (Κορ. Β’ 8, 9). Θεός ὤν ἀληθινός, δυνατός καί κραταιός, περιεβλήθη ἀσθένειαν ἀνθρωπίνης σαρκός καί ἐν τῇ μιᾷ ἐν δύο φύσεσι θεανθρωπίνῃ Αὐτοῦ ὑποστάσει «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεός ἦν μετ’ αὐτοῦ» (Πράξ. 10, 38).

Τήν φιλανθρωπίαν ταύτην τοῦ Θεοῦ κηρύττει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἡ Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος, ἀκολούθως δέ σαρκί Σταυρωθέντος ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας καί ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τήν Ἐκκλησίαν ἀφῆκεν ὁ Χριστός, ἵνα διαιωνίζῃ τό εἰρηνευτικόν, διαλλακτικόν, ἁγιαστικόν καί σωστικόν Αὐτοῦ ἔργον εἰς τόν κόσμον. Αὕτη ἐπιτελεῖ καί κηρύττει τό ἔργον Αὐτοῦ εἰς τά μέλη αὐτῆς ἀλλά καί εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ αὐτῶν ἐκλογῇ δέν δέχονται τό μήνυμα τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης, ἀλλά ἐνεργοῦν ἀσπλάγχνως καί ἀπανθρώπως ὡς ὁ Ἡρώδης πρός τόν τεχθέντα Βασιλέα καί τά νήπια. Οὗτοι ἀκονίζουν οὐχί τά ἄροτρα αὐτῶν δι’ ἄρωσιν, οὐχί τά δρέπανα διά θερισμόν ἀλλά τάς μαχαίρας πρός ἀλληλοσπαραγμόν. Δαπανοῦν τόν πλοῦτον τῶν ἀποθεμάτων τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ εἰς συμβατικούς καί μή συμβατικούς ἐξοπλισμούς καί πολέμους, θυσιάζουν ἑκατόμβας ἀθῴων ἀνθρώπων διά θηριωδῶν τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν εἰς τό ὄνομα μάλιστα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἐν ἀγάπῃ διαλέγεται καί πρός αὐτούς. Διδάσκει εἰρήνην τοῖς ἐγγύς καί τοῖς μακράν. Ἁγιάζει τούς ἀνθρώπους, ἡμερώνει τά ἤθη αὐτῶν, παραμένει ὄασις καί παράδεισος καί ὁρατή φανέρωσις τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς. Φιλανθρώπως συμμερίζεται τά πνευματικά καί ὑλικά ἀγαθά αὐτῆς μετά τῶν ἀνθρώπων. Διωκομένη ἀνέχεται, συκοφαντουμένη συγχωρεῖ καί προσεύχεται. Καλεῖ πάντας λέγουσα: «ἔρχου καί ἴδε» (Ἰω. 1, 46).

Τοῦτο πράττει καί ἡ Σιωνῖτις Ἐκκλησία ἐπί τῶν ἁγίων Τόπων, ἡ φυλάσσουσα πάντας τούτους καί δή τήν Κωνσταντίνειον καί Ἰουστινιάνειον Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως ἐν Βηθλεέμ. Προσεύχεται ἀπό τοῦ θεοδέγμονος Σπηλαίου ὑπέρ εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εἰρήνης τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καί τῆς Ἁγίας Γῆς καί ὑπέρ προόδου, προκοπῆς, θείας εὐλογίας καί σωτηρίας τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν τῶν Χριστουγέννων, πρός δόξαν τοῦ σαρκί Τεχθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά τοῦ Πατρός ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἰς τούς αἰῶνας.    

 Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Βηθλεέμ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2017

 Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,

 ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ΄

 Πατριάρχης Ἱεροσολύμων




ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ Α.Θ.Μ. ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 2017.

 ΘΕΟΦΙΛΟΣ  Γ΄

Ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης τῆς  Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ καί πάσης Παλαιστίνης

    παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἐκκλησίας, χάριν καί ἔλεος καί εἰρήνην      

ἀπό τοῦ Παναγίου καί Ζωοδόχου Τάφου τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.

 

«Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε

 ἄγγελος ἐκάθισεν εἰς τόν λίθον τοῦ μνήματος

αὐτός ἡμᾶς εὐηγγελίσατο εἰπών

Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου

καί ἐπλήρωσε τά σύμπαντα εὐωδίας.

Χαίρετε λαοί καί ἀγαλιᾶσθε».

    (Στιχηρόν ἀναστάσιμον τῶν Αἴνων γ΄ἤχου)     

Ὄρθρος ἦν βαθύς τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, τῇ πρώτῃ τῆς Ἑβδομάδος, μετά τήν σταύρωσιν καί τήν ταφήν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Τόν ὄρθρον τοῦτον προλαβοῦσαι αἱ περί Μαριάμ γυναῖκες, αἱ συνακολουθήσασαι τῷ Ἰησοῦ ἀπό τῆς Γαλιλαίας καί γενόμεναι μάρτυρες τοῦ σταυροῦ καί τῆς ταφῆς Αὐτοῦ, ἐξῆλθον πρός τό μνημεῖον, ἀποροῦσαι καί διερωτώμεναι, ποῖος θά ἀποκυλίσῃ τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας αὐτοῦ, διά νά ἀλείψουν μέ μύρα τό σῶμα τοῦ ἐσταυρωμένου καί ἐνταφιασμένου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

  Φθάσασαι ὅμως εἰς τό μνημεῖον, ἐγένοντο μάρτυρες θέας ἐκπάγλου  καί θαυμαστῆς λίαν. Εὗρον ἀποκεκυλισμένον τόν λίθον, ζεῦγος δέ ζωηφόρων ἀγγέλων ἔνδοθεν τοῦ μνημείου ἐβόα  πρός αὐτάς «τί ζητεῖτε τόν ζῶντα μετά τῶν νεκρῶν, οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλά ἠγέρθη» ( Λουκ. 24, 6). «Ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν,(Μάρκ 16, 6)».

Τοῦτο ἦτο τό εὐαγγέλιον, τό χαρμόσυνον ἄγγελμα τοῦ τελεσιουργηθέντος ἔργου τοῦ Θεοῦ, διά τήν ἀναγέννησιν, τήν ἀνακαίνισιν, τήν λύτρωσιν, τήν ἐλευθερίαν, τήν ἀνάστασιν καί τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Μονογενής Υἱός  καί Λόγος Αὐτοῦ, ὁ προσλαβών σάρκα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Ἀειπαρθένου καί προσηλώσας τήν σάρκα ταύτην ἑκουσίως εἰς τόν σταυρόν, ἀποθανών ὡς ἄνθρωπος ἐπί τοῦ σταυροῦ καί ταφείς ὡς θνητός, ἀνέστη τριήμερος ἐκ νεκρῶν τῇ δυνάμει τοῦ Πατρός Αὐτοῦ καί τῇ ἰδίᾳ Αὐτοῦ Θεϊκῇ δυνάμει. Ὁ θάνατος οὐκ ἔσχεν ἐξουσίαν ἐπ’ Αὐτοῦ. Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός διά τοῦ ἰδίου Αὐτοῦ θανάτου τόν θάνατον ἐπάτησε. Διέλυσε τά δεσμά τοῦ Ἅιδου, διέρρηξε τάς σφραγῖδας τοῦ μνήματος καί ἀφῆκε τοῦτο κενόν μετά τῶν ὀθονίων μόνον εἰς μαρτύριον τῆς Ἀναστάσεως Αὐτοῦ.

Οὐχ ἧττον ὅμως τήν ἀγγελικήν ὀπτασίαν καί ἀγγελίαν ἐβεβαίωσε μετ’ οὐ πολύ διά τῆς ἰδίας Αὐτοῦ ἀναστασίμου παρουσίας ὁ ἐκ νεκρῶν ἀναστάς Κύριος. Ἐνεφανίσθη μετά τοῦ ἐσταυρωμένου, ἡλωμένου, λελαμπρυσμένου καί τεθεωμένου ἀχράντου Αὐτοῦ σώματος εἰς πλείστας ἐμφανείας μετά τήν Ἀνάστασιν. Ὑπήντησε αὐτάς τάς μυροφόρους γυναῖκας εἰς τόν κῆπον τοῦ μνημείου, λέγων αὐταῖς «χαίρετε» (Ματθ. 28, 9). Ἐνεφανίσθη εἰς τούς μαθητάς Αὐτοῦ, συνηγμένους εἰς τό ὑπερῷον, τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων καί πάλιν μεθ’ ἡμέρας ὀκτώ, τοῦ Θωμᾶ ὄντος μετ’ αὐτῶν (Ἰωάνν. 20, 19-29). Συνεπορεύθη μετά Λουκᾶ καί Κλεόπα πρός Ἐμμαούς, ἔνθα καί ηὐλόγησε καί ἐπέδωσεν αὐτοῖς τόν ἄρτον (Λουκ. 24, 30). Ἔστη ἐν μέσῳ τῶν μαθητῶν λαλούντων καί προέτρεψεν αὐτούς, ὅπως ψηλαφήσουν Αὐτόν καί βεβαιωθοῦν ὅτι ὡς Ἐνανθρωπήσας εἶχε «σάρκα καί ὀστέα» καί ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν καί ἔλαβε καί ἔφαγε “ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καί ἀπό μελισσίου κηρίου», (Λουκ. 24, 36 -44). «Παραστήσας ἑαυτόν ζῶντα  ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις μετά τό παθεῖν» (Πράξ. 1,3), τήν τεσσαρακοστήν ἀπό τῆς Ἀναστάσεως ἡμέραν, τῶν μαθητῶν βλεπόντων, ἐπήρθη ἐνδόξως εἰς τόν οὐρανόν καί ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός Αὐτοῦ τό ἐν τῇ Ἐνανθρωπήσει πρόσλημμα ἡμῶν καί ἐθέωσεν αὐτό.  

Ἐκεῖθεν ἀπέστειλεν ἡμῖν παρά τοῦ Πατρός Παράκλητον ἄλλον, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τό Πνεῦμα Αὐτοῦ τό Ἅγιον, τό ὁποῖον ἐφώτισε τούς ἁγίους Αὐτοῦ μαθητάς καί ἀποστόλους καί ἵδρυσε τήν Ἐκκλησίαν, τό Σῶμα Αὐτοῦ τό Ἅγιον. Ἵδρυσε ταύτην καί προώρισε, ἵνα αὕτη συνεχίζῃ ἐπί τῆς γῆς τό ἁγιαστικόν καί σωστικόν Αὐτοῦ ἔργον. Νά ἀποτελῇ φανέρωσιν τῆς ἐληλυθυίας καί ἐρχομένης Αὐτοῦ βασιλείας ἐν τῷ κόσμῳ. Νά κηρύττῃ τό Εὐαγγέλιον Αὐτοῦ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Νά παρέχῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἐν τῇ δοθείσῃ αὐτῇ παρ’ Αὐτοῦ ἐξουσίᾳ. Νά κηρύττῃ εἰς τήν ἄγνοιαν τοῦ κόσμου τήν γνῶσιν τοῦ προσώπου Αὐτοῦ. Ὅτι Αὐτός ἐστιν «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή», (Ἰωάν. 14, 4). Νά ἐξασκῇ ἔργον φιλανθρωπίας πρός ἐνδεεῖς, πρόσφυγας, ναυαγούς καί ἀστέγους, παραδειγματιζομένη ἐξ  Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος «οὐκ εἶχε ποῦ τήν κεφαλήν κλίνῃ», (Ματθ. 8, 20). Ἐν τῇ δυνάμει τῶν λόγων Αὐτοῦ, «λάβετε, φάγετε καί πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες» καί ἐν τῇ ἐπικλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά μεταδίδῃ τό σῶμα Αὐτοῦ τό ἄχραντον καί τό αἷμα Αὐτοῦ τό τίμιον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον. Νά ἀντιπαραθέτῃ εἰς τήν μανίαν τῆς πολεμικῆς βίας καί εἰς τό παράλογον τῶν νεοφανῶν  τρομοκρατικῶν καταστροφικῶν ἐνεργειῶν τόν λόγον Αὐτοῦ τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί συνδιαλλαγῆς, «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς», (Λουκ. 23, 34) καί «ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν καί προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν διωκόντων ὑμᾶς», (Ματθ. 5, 44).

  Ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, Σιών ἡ Ἁγία, ἡ λαχοῦσα παρά τοῦ Ἱδρυτοῦ αὐτῆς τήν διακονίαν Αὐτοῦ καί τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου Αὐτοῦ εἰς τούς τόπους, εἰς τούς ὁποίους  Οὗτος σαρκί ἐφανερώθη καί δή εἰς τόν ζωοδόχον Αὐτοῦ τάφον, τό Ἱερόν Κουβούκλιον τό ὁποῖον καί ηὐλογήθη προσφάτως, ὅπως ἀναστηλώσῃ, εὔχεται εἰς τό χριστεπώνυμον πλήρωμα αὐτῆς ὁπουδήποτε γῆς καί εἰς τούς τιμῶντας αὐτήν εὐλαβεῖς προσκυνητάς τήν ὑπομονήν εἰς τέλος καί τήν καρποφορίαν ἐν ὑπομονῇ, τήν δύναμιν καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως ὡς ἀντίδοτον εἰς τάς ἀντιξοόητας καί τάς θλίψεις, τήν ὄντως εἰρήνην τοῦ Ἀναστάντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὑγιείαν καί τήν  εὐημερίαν καί χαρμόσυνον ἀναστάσιμον πασχάλιον περίοδον, ἀναφωνοῦσα ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ τό «Χριστός ἀνέστη».

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Ἱερουσαλήμ, ΠΑΣΧΑ 2017

  Μετά Πατρικῶν εὐχῶν καί Πατριαρχικῶν εὐλογιῶν,

   Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,

  ΘΕΟΦΙΛΟΣ  Γ΄

  Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

 




ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ Α.Θ.Μ. ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ κ.κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ Γ΄ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2016

 Ὁ Πατήρ ηὐδόκησε. Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο.

 Καί ἡ Παρθένος ἔτεκε Θεόν ἐνανθρωπήσαντα

 Ἀστήρ μηνύει. Μάγοι προσκυνοῦσι.

  Ποιμένες θαυμάζουσι καί ἡ κτίσις ἀγάλλεται.

(Τροπάριον Αἴνων τῶν Χριστουγέννων).

 

Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἑορτάζει σήμερον πανηγυρικῶς μυστήριον «ξένον καί παράδοξον» καί εὐαγγελίζεται τοῦτο  «ἐν χαρᾷ μεγάλῃ σφόδρα»  εἰς ἅπαντα τόν κόσμον ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τό ὑπερφυές καί ἐξαίσιον γεγονός ὅτι ὁ Θεός Πατήρ, ὁ Δημιουργός καί Κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος, ἐξ ἄκρας ἀγάπης καί εὐσπλαγχνίας κινούμενος, ἀνεδημιούργησε, ἀνεγέννησε καί ἀνέπλασε τόν φθαρέντα ὑπό τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπον, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί προαιωνίου Λόγου Αὐτοῦ. Ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε ἐξ ἀποκαλύψεως ὅτι ἐξεπληρώθη ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ πρός τούς προφήτας.  Ὅτι, «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. 4, 4), ἐπί Καίσαρος Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου (Λουκ. 2, 1), ἐτέχθη κατά σάρκα εἰς Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας, ὁ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου εἰς Ναζαρέτ τῆς Γαλιλαίας σαρκωθείς καί ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. (Λουκ. 1, 34). Ὁ Χριστός Ἰησοῦς «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων, ἐγένετο ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἔλαβε δούλου μορφήν, εὑρέθη σχήματι ὡς ἄνθρωπος»  (Φιλιπ. 2, 6 κ΄ 7), «γενόμενος ἐκ γυναικός, γενόμενος ὑπό νόμον, ἵνα οἱ ἄνθρωποι τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλ. 4, 4), ἵνα «γίνωμεν τέκνα Θεοῦ» (Ἰωάν. 1, 12).

 Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ διά τήν ἀνακαίνισιν τῆς ἀνθρωπότητος.  Κατά τόν ἱερόν ὑμνῳδόν, « χώρητος παντί χωρήθη ν γαστρί, ν κόλποις το Πατρός καί ν γκάλαις τς μητρός». Κατά τόν θεοφόρον τῆς Ἐκκλησίας Πατέρα Ἀθανάσιον τόν Μέγαν, « σώματος καί φθαρτος καί υλος το Θεο Λόγος παρεγένετο ες τήν μετέραν χώραν καί  νηνθρώπησε, να μες θεοποιηθμεν, φανέρωσεν αυτόν διά σώματος, να μες το οράτου Πατρός ννοιαν λάβωμεν καί ατός πέμεινε τήν παρ’ νθρώπων βριν, να μες θανασίαν κληρονομήσωμεν» (Περί Ἐνανθρωπήσεως, κεφ. 8 κ΄ 54).  Ὡσαύτως κατά τόν θεοφόρον Πατέρα  ἅγιον Κύριλλον Ἀλεξανδρείας, «πέφανεν μν Μονογενής τοῦ Θεοῦ Λόγος, ν γία Θεοτόκος καί πειρόγαμος Μαρία κ Παρθενικν λαγόνων βλάστησε, τό  ζωοποιόν βλάστημα, νανθρωπήσας Θεός, λεύθερος ν δούλου μορφ, καθ’ μς δι’ μς, καί σάρξ γένετο- οκ ν νθρώπ γέγονε- λλά σάρξ γέγονε, τοτέστιν νθρωπος, οκ ποβεβληκώς τό εναι Θεός, λλ’ ν προσλήψει σαρκός μεμενηκώς περ ν». ( Ὁμιλία Β΄, Λεχθεῖσα ἐν Ἐφέσῳ, PG 77, 988C-989Α), «μψυχωμένος ψυχ λογικ ν τ μι ποστάσει το Λόγου σεσαρκωμένῃ» ( Πρός Νεστόριον,  Ἐπιστολή XVII, PG. 77, 116 C).

Εἰς τό ἀποκαλυπτόμενον τοῦτο θειότατον μυστήριον καλεῖται μάρτυς, συμμέτοχος καί συνεργός ἡ ἀνθρωπότης, χάριν τῆς ὁποίας καί ἐτελεσιουργήθη. Ἁπλοῖ  ποιμένες ἀγραυλοῦντες καλοῦνται διά στρατιᾶς  ἀγγέλων, ψαλλόντων εἰς τόν οὐρανόν τοῦτον τῆς Βηθλεέμ, «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2, 14 ).  Καλοῦνται, ἵνα ἴδωσι εἰς τά ἴδια καί γνώριμα αὐτῶν, ἤτοι εἰς τήν φάτνην τῶν ἀλόγων ζώων, τόν νεογέννητον Χριστόν. Ἀλλά καί θεράποντες τῆς ἐπιστήμης, μάγοι Περσῶν βασιλεῖς, καλοῦνται κατά τόν ὑμνῳδόν «ὑπό τοῦ οὐρανοῦ δι’ἀστέρος καί προσφέρονται ὡς ἀπαρχή τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας εἰς τό κείμενον Νήπιον ἐν φάτνῃ, τούτους δέ κατέπληττον οὐ σκῆπτρα καί θρόνοι, ἀλλ’ ἐσχάτη πτωχεία, οὐδέν γάρ εὐτελέστερον σπηλαίου, οὐδέν δέ ταπεινότερον σπαργάνων, ἐν οἷς διέλαμψε ὁ πλοῦτος τῆς Θεότητος Αὐτοῦ».

Τήν κατά τήν ἐνανθρώπησιν καί κατά σάρκα γέννησιν, κένωσιν, πτωχείαν καί ὁμοίωσιν κατά πάντα τοῖς ἀνθρώποις ἐκτός ἁμαρτίας ἐνεστερνίσθη ὁ Κύριος καί εἰς ὅλον τόν ἐπί τῆς γῆς βίον αὐτοῦ. Ἐταύτισεν  Ἑαυτόν μετά τοῦ προσλήμματος Αὐτοῦ, ἤτοι τοῦ ἀνθρώπου, εἰς ὅλα τά ἀδιάβλητα ἀνθρώπεια πάθη ἕως καί τόν θάνατον. Διέφυγε τόν κίνδυνον τῆς ἐξουσιαστικῆς μανίας τοῦ Ἡρώδου οὐχί ἐν τῇ θεϊκῇ δυνάμει Αὐτοῦ ἤ ἐν βίᾳ ἀλλά ἐν τῇ ἐνδύσει καί δυνάμει τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, μετοικῶν ἐκ Βηθλεέμ εἰς Αἴγυπτον καί ἐκεῖθεν δι’ ἀγγέλου εἰς Ναζαρέτ προσκαλούμενος, ἐξ ἧς καί τήν προσωνυμίαν Ναζωραῖος προσέλαβε καί ἐξ ἧς ἐνηλικιωθείς καί βαπτισθείς ὑπό Ἰωάννου εἰς Ἰορδάνην ἐκήρυξεν ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν. Ἐχάραξε ριζικήν τομήν καί καμπήν εἰς τήν ἀνθρωπίνην ζωήν καί ἱστορίαν, ἤτοι τήν νέαν περίοδον τῆς χάριτος, τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐν ᾗ εὐηργέτησε καί ἰάσατο ἀσθενεῖς, ἀνέστησε νεκρούς καί προσήνεγκεν τῷ Πατρί ἐν τῷ σταυρῷ τό προσληφθέν σῶμα Αὐτοῦ, καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ἵνα συναστήσῃ τούς πιστεύοντας εἰς Αὐτόν.

Τό ἔργον Αὐτοῦ τῆς εἰρήνης, συγγνώμης, συνδιαλλαγῆς, δικαιοσύνης, ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας, ἀναληφθείς εἰς οὐρανούς ὁ Κύριος, ἀνέθεσεν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εἰς τούς ἁγίους Αὐτοῦ μαθητάς καί ἀποστόλους, εἰς τό σῶμα Αὐτοῦ, τήν Ἐκκλησίαν. Αὕτη διά μέσου τῶν αἰώνων καί σήμερον, ἀποτελεῖ τήν φανέρωσιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν εἰσήγαγεν εἰς τόν κόσμον ὁ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, ὁ ἄρχων τῆς εἰρήνης, ὁ  Ἐνανθρωπήσας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Αὕτη κατακοσμεῖ τά ἤθη τῶν ἀνθρώπων, κηρύττει, ὡς ἐδιδάχθη παρά τοῦ ἱδρυτοῦ αὐτῆς, εἰρήνην τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς, ἀγάπην εἰς τόν πλησίον ἀλλά καί εἰς τόν ἐχθρόν διά μεταμόρφωσιν τοῦ πεπτωκότος κόσμου εἰς παράδεισον, τήν ἐπιστροφήν τοῦ πλανηθέντος ἀνθρώπου εἰς τό πρωτόκτιστον αὐτοῦ κάλλος καί τήν συμμετοχήν αὐτοῦ εἰς τήν δόξαν τοῦ Χριστοῦ παρά τῷ Πατρί.

Ἡ τῶν Ἱεροσολύμων Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν μαρτυρεῖ καί διακονεῖ  τό μυστήριον τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου, τῆς «ἐπί γῆς εἰρήνης καί ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίας»,  εἰς τούς τόπους, εἰς τούς ὁποίους τοῦτο ἀπεκαλύφθη. Σήμερον δέ, ἡμέρᾳ τῆς ἑορτῆς τῆς τοῦ Χριστοῦ κατά σάρκα γεννήσεως, βιοῖ τοῦτο εἰς τό ἀπέριττον τοῦτο καί θεοδέγμον Σπήλαιον καί εἰς τήν Κωνσταντίνειον καί Ἰουστινιάνειον ταύτην Βασιλικήν, τήν ἀποτελοῦσαν εὐλογίαν καί προστασίαν ὅλων τῶν κατοίκων  τῆς Ἁγίας Γῆς καί δή τῶν τῆς Βηθλεέμ.

Ἀπό τοῦ ἱεροῦ τούτου ἐκκλησιαστικοῦ μνημείου καταγγέλλομεν πᾶσαν πρᾶξιν τρομοκρατικῆς ἤ καί πολεμικῆς βίας, πᾶσαν πρᾶξιν κατακτήσεως ἤ σφετερισμοῦ ξένων ἐδαφῶν, πυρπολήσεως ἱερῶν σεβασμάτων τῶν θρησκειῶν, βασανισμοῦ ἀνθρώπων καί ἐκμεταλλεύσεως αἰχμαλώτων καί δή ἀμάχων γυναικοπαίδων καί ποιούμεθα ἔκκλησιν ὑπέρ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἁγίας Γῆς, ἵνα παραμένωσι εἰς τάς  πατρογονικάς αὐτῶν ἑστίας τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, εὐχόμεθα δέ εἰς τό εὐσεβές χριστεπώνυμον ποίμνιον Ἡμῶν εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν καί ὁπουδήποτε γῆς καί εἰς τούς προσερχομένους ἐκ περάτων τῆς γῆς εὐλαβεῖς προσκυνητάς τήν χάριν, τήν δύναμιν, τήν εἰρήνην καί τήν εὐλογίαν τοῦ δι’ ἡμᾶς σαρκί νηπιάσαντος καί ἐκ τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας κατά σάρκα τεχθέντος Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πόλει Βηθλεέμ,    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2016

Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης,

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ΄

 Πατριάρχης  Ἱεροσολύμων




ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ Α.Θ.M. ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ κ.κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ Γ΄ ΕΙΣ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ».

Ἐν Θεσσαλονίκῃ, Κυριακή, 24η Ὀκτωβρίου/6η Νοεμβρίου 2016

Ἀπευθύνομεν, διά τοῦ παρόντος γράμματος, τάς ἐκθύμους πατριαρχικάς ἡμών εὐχάς πρός εὐόδωσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου, μή δυνάμενοι, δυστυχῶς, νά παρευρεθῶμεν εἰς αὐτό, λόγω τῆς ἐτησίου μνήμης, ἥτις συνέτυχε σήμερον, συμφώνως πρός τό Παλαιόν λεγόμενον Ἡμερολόγιον,  τοῦ Ἰακώβου Ἀδελφοθέου, πρώτου ἐπισκόπου τῆς Ἁγίας Πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων. Τελέσαντες τήν παννύχιον ἀγρυπνίαν ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἐδεήθημεν καί ὑπέρ τῆς ἄνωθεν προστασίας τῆς πόλεως τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἐξαιρέτως δέ δι’ ὅλους τούς συνέδρους καί διά τούς κεκοπιακότας πρός ὀργάνωσιν τοῦ Συνεδρίου.

Ἐπιθυμῶμεν καί διά τοῦ παρόντος νά ὑπογραμμίσωμεν ὅτι τό ἡμέτερον Πατριαρχεῖον διατηρεῖ εἰσέτι ζωντανήν τήν μνήμην τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, καθ’ ὅσον εἰς τούς Ἁγίους Τόπους οὗτος ἐπιμαρτυρεῖται ὑπό πολλῶν πτυχῶν τῆς διοικήσεως καί τῆς λατρείας, δι’ ὅ ἐκπέμπει τά εὐεργετικά μηνύματα αὐτοῦ καί σήμερον εἰς τόν κόσμον.

 

Οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί τῆς Μέσης Ἀνατολῆς συνδέονται μέ ἀκαταλύτους ἀδελφικούς δεσμούς, αἰσθανόμενοι ὡς ἕν ἔθνος, ὑπερβαῖνον τάς ἐθνικάς διαιρέσεις, αἵτινες ἐσχάτως, δυστυχῶς, ταλαιπωροῦν τήν περιοχήν διά πολλῶν πράξεων βίας, καλλιεργοῦσαι μίση καί ἔχθρας. Ἡ βασική ἀρχή ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι ἡ κοινή πίστις καί τό κοινόν βίωμα τῆς ἐκκλησιαστικής ἡμῶν ζωῆς. «Οἱ γ’ οὖν αὐχοῦντες βίον Ὀρθόδοξον, κἄν ἐξ Ἀνατολῶν ὦσιν κἄν ἐξ Ἀλεξανδρέων, κἄν ἑτέρωθεν, Ρωμαῖοι λέγονται καί κατά τούς νόμους (αὐτῶν) πολιτεύονται».

Οὕτως οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί ὀφείλουσιν σήμερον, ὅσον ποτέ ἄλλοτε, νά συσφίξωσιν τούς δεσμούς αὐτῶν, διά νά ἀντιμετωπίσωσιν ἐπιτυχῶς τήν ἀπειλήν τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί ἑτέρων παρομοίων φαινομένων, τά ὁποῖα ἀποδομοῦν τάς συνεκτικάς ἀρχάς τῆς χριστιανικῆς ἡμῶν παραδόσεως.

Ὑπ’ αὐτό τό πνεῦμα, ἤτοι τῆς μετά τῶν ὁμοδόξων στενωτέρας συνεργασίας, ὁ ἡμέτερος πολιτισμός θέλει καταστῇ εὐεργετικός διά τήν ἀνθρωπότητα, ἀκόμη καί διά τήν οἰκονομικήν ἀνάπτυξιν τῶν λαῶν, ὡς τοῦτο φιλοδοξεῖ νά ἀναδείξῃ τό συνέδριον ὑμῶν.

Ἐπιδαψιλεύοντες τάς πατριαρχικάς ἡμῶν εὐλογίας, τῇ χάριτι τοῦ Παναγίου καί Ζωοδόχου Τάφου, εὐχόμεθα καί πάλιν καλήν ἐπιτυχίαν εἰς τάς ἐργασίας τοῦ συνεδρίου.

Διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης,

Ὁ Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄.




ΕΚΘΕΣΙΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΛΥΔΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΠΙ «ΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΥ».

Ἀπό 20ῆς ὥς 22ας Ὀκτωβρίου, 2ας ἕως 4ης Νοεμβρίου 2015, ἔλαβε χώραν εἰς Κόρινθον ἡ ΚΖ’ Συνδιάσκεψις Ἐντεταλμένων μέ θέμα «Ὄψεις τοῦ συγχρόνου ἀποκρυφισμοῦ».

Εἰς τήν Συνδιάσκεψιν ταύτην ἀντεπροσώπευσε τό Πατριαρχεῖον ὁ Γραμματεύς τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιεπίσκοπος Λύδδης κ. Δημήτριος, ὁ ὁποῖος καί ὑπέβαλε εἰς τήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον τήν ἔκθεσιν αὐτοῦ ἑλληνιστί ὡς ἕπεται:

Όψεις του σύγχρονου αποκρυφισμού

καί ἀραβιστί, ἴδε ἠλεκτρονικόν σύνδεσμον:

http://en.jerusalem-patriarchate.info/ar/2016/07/25/23198

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας.