Ἁγία Βηθλεέµ

null

Ἁγία Βηθλεέµ

null

Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. Πόλις ἡ ὁποία ἐχάραξε ἀνεξιτήλως τὴν πορείαν τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ ὄνομά της, εἰς τὴν ἑβραϊκὴν Bethlehem, σημαίνει οἶκος τοῦ ἄρτου, τοῦ Ἄρτου τῆς ζωῆς. Ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Ματθαίου (κεφ.Β,1) καὶ τοῦ Λουκᾶ (κεφ Β 1-15) εἶναι ὁ τόπος τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ Βηθλεὲμ ἔχει ἐπίσης καὶ τὴν ὀνομασίαν Ἐφραθά, καθὼς καὶ Βηθλεὲμ-πόλις Δαυῒδ διὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴν ὁμώνυμον πόλιν Βηθλεὲμ νοτίως τῆς Γαλιλαίας. Ἀλλάζει ριζικῶς τὸν 4ον αἰῶνα ὅταν ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἔκτισε τὸ 327-333 ἐπάνω εἰς τὸ Σπήλαιον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μεγαλοπρεπῆ Βασιλικήν, συντελοῦσα εἰς τὴν μετατροπήν τοῦ μικροῦ αὐτοῦ καὶ ἀσημάντου χωριοῦ εἰς σπουδαῖον προσκυνηματικὸν κέντρον. Τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Βασιλικῆς σώζεται εἰς τὴν ἀρχικήν του μορφήν. Εἶναι πεντάκλιτος βασιλικὴ καὶ τὰ κλίτη χωρίζονται διὰ τεσσαράκοντα μονολίθους κίονας κορινθιακοῦ ρυθμοῦ. Οἱ κίονες ἀπεικονίζουν διαφόρους Ἁγίους τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ Σπηλαίου τῆς Γεννήσεως εἶναι ἐσκαλισμένον εἰς τὸν φυσικὸν βράχον ἐνῶ τὸ ὑπόλοιπον εἶναι κτιστόν.

Συμφώνως πρὸς τὰ εὑρήματα αὐτὰ τὸ Σπήλαιον, ὅπου ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς ἦτο ἐσκεπασμένον μὲ ὀκταγωνικὸν κτίσμα καὶ οἱ προσκυνηταὶ ἠδύναντο νὰ δοῦν μέσα ἀπὸ ἓν ἄνοιγμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε εἰς τὸ κέντρον. Τὰ δάπεδα τῆς Βασιλικῆς καὶ τοῦ ὀκταγώνου ἦσαν ἐστρωμένα μὲ πολύχρωμα μωσαϊκά. Τὸ ὀκτάγωνον διεδέχθη τρίκογχον Ἱερὸν βῆμα ὑπὸ τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται τὸ Σπήλαιον. Εἰς τὸν δυτικὸν τοῖχον τοῦ Νάρθηκος ὁ ὁποῖος ἔβλεπε πρὸς τὴν αὐλήν, ὑπῆρξε ψηφιδωτὸν μὲ τὴν παράστασιν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Προσκυνήσεως τῶν Μάγων.

Συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν οἱ Πέρσαι ὅταν ἐπέδραμαν τὸ 614 εἰς τὴν Παλαιστίνην μὲ τὸν Χοσρόην, ἐσεβάσθησαν τὸν Ναὸν τῆς Γεννήσεως ἀναγνωρίζοντες εἰς τὸ ψηφιδωτὸν τοῦ Νάρθηκος τοὺς Τρεῖς Πέρσας Μάγους νὰ προσφέρουν τὰ δῶρα τους εἰς τὸ Θεῖον Βρέφος. Μετὰ τὴν κατάκτησιν τῆς χώρας ὑπὸ τῶν Ἀράβων τὸ 638 καὶ τὴν συνθήκην τοῦ Ὀμάρ, Χριστιανοὶ καὶ Μουσουλμάνοι ἔζησαν ἁρμονικῶς εἰς τὴν Βηθλεέμ, καθὼς οἱ τελευταῖοι ἐτίμων τὸν Χριστὸν ὡς προφήτην καὶ ἐσέβοντο τὴν Παναγίαν. Τὸ 1250 τὴν δυναστείαν τῶν Ἁγιουβιδῶν εἰς τὴν Αἴγυπτον διαδέχονται οἱ Μαμελοῦκοι. Ἐπακολουθεῖ πλῆθος διωγμῶν καὶ ταλαιπωριῶν τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως, ἐνῶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὀθωμανικῆς κατοχῆς ξεκινάει σφοδρὸς ἀγὼν Λατίνων καὶ Ἑλληνορθοδόξων διὰ τὴν κυριότητα τοῦ Ναοῦ τῆς Γεννήσεως καὶ τοῦ Ἁγίου Σπηλαίου. Τὸ 1757 μὲ διάταγμα τοῦ σουλτάνου Ὀσμᾶν Γ΄ τὸ Ἑλληνορθόδοξον Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἀνακτᾶ πλήρως τὸν Ναὸν καὶ τὸ Σπήλαιον τῆς Γεννήσεως καὶ προσπαθεῖ νὰ τὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του μέσα ἀπὸ ἀντιξόους συνθῆκας.

Ἱερά Μονή Προφήτου Ἠλιοῦ.

Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ εὑρίσκεται εἰς τὸν δρόμον πρὸς τὴν Βηθλεέμ. Τὸ Μοναστήριον ἐκτίσθη τὸν 6ον αἰῶνα μ.Χ. ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Ἠλιοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ ἀλλεπαλλήλους καταστροφὰς ἐπανεκτίσθη τὸ 1160 μ.Χ. ὑπὸ τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος Μανουὴλ Κομνηνοῦ. Ἕνεκα τῶν ἐπιδρομῶν, τὸ Μοναστήριον ἐγνώρισε καὶ ἄλλας καταστροφάς. Τὸ 1860 μ.Χ. τὸ Πατριαρχεῖον φροντίζει, ὥστε νὰ ἐπανακτήσῃ τὴν λαμπρότητά του, ὅπως καὶ μὲ τὴν τελευταίαν ἀνακαίνισιν ποὺ ἔγινε ὑπὸ τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀσκάλωνος Ἀρκαδίου. Τὸ Μοναστήριον διασώζει πολλὰς παραδόσεις ὅπως:

-Οἱ Τρεῖς Μάγοι ἐξ Ἀνατολῆς ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἶδον ξάφνου τὸ φωτεινὸν ἄστρον, ποὺ τοὺς ὁδήγει εἰς τὸν τόπον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ὁποῖον εἶχον χάσῃ προηγουμένως. Μάλιστα πλησίον τοῦ Μοναστηρίου ὑπάρχει καὶ στέρνα τῶν Μάγων.

-Ἐνταῦθα μετέφερε ὁ Ἰωσὴφ τὴν Θεοτόκον, ὅταν ἔμαθε διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην αὐτῆς μὲ σκοπὸν νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ. Ἄγγελος ὅμως ἐφανερώθη αὐτῷ καὶ ἤλλαξε τὰ σχέδια αὐτοῦ μετὰ τὴν πληροφορίαν ποὺ ἔδωσε αὐτῷ «…ἐκ Πνεύματος ἐστὶν Ἁγίου» (Ματθ. Α΄ 20-21).

-Εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐκοιμήθη ὁ Προφήτης Ἠλίας, ὅταν ἔφυγε ἐκ τῆς Ἰουδαίας ἵνα ἀποφύγῃ τὸν θυμὸν τοῦ ἀσεβοῦς βασιλέως Ἀχαὰβ καὶ τῆς συζύγου του Ἰεζάβελ. Ἄγγελος Κυρίου εἶπεν αὐτῷ: «Ἀνάστα, φάγε καὶ πίε, ὅτι πολλὴ ἀπό σου ἡ ὁδός».

Εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν εὑρίσκεται καὶ ἓν κομμάτιον τῆς ἰαματικῆς λύσου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπως καὶ λείψανον ἀγνώστου Μοναχοῦ, δεμένου μὲ ἅλυσον. Ἡ ἅλυσος ἀπετέλει τρόπον ἀσκήσεως τοῦ Μοναχοῦ. Νοτιότερον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εὑρίσκεται ὁ «Ἀγρὸς τῶν Ἐρεβίνθων». Καθὼς περνοῦσε ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ μέρος τοῦτο συνήντησε τινὰ ποὺ ἔσπερνε ρεβίθια. Ὅταν ὁ Χριστὸς τὸν ἐρώτησε τί σπέρνει, ἔλαβεν τὴν εἰρωνικὴν ἀπάντησιν ὅτι σπέρνει λίθους. Ὁ Χριστὸς τότε εἶπεν αὐτῷ: «Ὅ,τι σπέρνεις νὰ θερίσεις». Πραγματικῶς, ὅταν ἔφτασε ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ ὁ γεωργὸς θέρισε λίθους σὲ μέγεθος ρεβιθιοῦ.

Κατά την παραμονήν των Χριστουγέννων ὁ Πατριάρχης μὲ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν Ἁγιοταφιτικὴν Ἀδελφότητα καὶ τοὺς πιστοὺς ξεκινοῦν μὲ πομπὴν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ κάνοντες μικρὸν σταθμὸν εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Προφήτου Ἠλία. Ἀπὸ ἐκεῖ πηγαίνουν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Γεννήσεως διὰ τὸν Μέγαν Ἑσπερινόν.

Ἱερά Μονή τῶν Ποιµένων ἐν Μπετσαχούρ.

Περίπου ἕν χιλιόμετρον ἀνατολικῶς τῆς Βηθλεὲμ εἰς τὸ χωριὸν Μπετσαχοὺρ (χωριὸν τῶν Ποιμένων), εἰς μίαν μικρὰν κοιλάδα μὲ ἐλαιόδενδρα, μερικὰ ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι 2.000 ἐτῶν, εἶναι οἱ Ἀγροὶ τῶν Ποιμένων. Εἰς τὸ μέσον τῆς κοιλάδος ὑπάρχει σπήλαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει μετατραπεῖ ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Ἑλένην εἰς ἐκκλησίαν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πανηγυρίζει τὴν 26ην Δεκεμβρίου.

Εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἦτο τὸ σπήλαιον τῶν Ποιμένων, οἱ ὁποῖοι τὴν νύκτα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἤκουσαν τὸν Ἀγγελικὸν ὕμνον «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκᾶ 2, 14).

Αὐτὸ τὸ σπήλαιον ἦτο μία ἐκ τῶν πολλῶν ἐκκλησιῶν, τὰς ὁποίας ἔκτισε ἡ Ἁγία Ἑλένη τὸ 325 μ.Χ., ὅταν ἦλθε εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους διὰ νὰ βρῇ τὸν Τίμιον Σταυρὸν τοῦ Κυρίου. Ἱστορικῶς ἀναφέρουμε ὅτι ἀπ’ ὅλας τὰς ἐκκλησίας, τὰς ὁποίας ἔκτισε ἡ Ἁγία Ἑλένη μόνον αὐτὴ διασώζει τὸν ἀρχικόν της χαρακτήρα. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ἔχουν καταστραφεῖ καὶ ἐπανακτισθεῖ διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Αὐτὸ τὸ σπήλαιον λειτούργησε ἀρχικῶς ὡς καταφύγιον τῶν ποιμένων, ἔπειτα ὡς τόπος λατρείας τους καὶ ἀπὸ τὸν 4ον αἰῶνα ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ὑπὸ τῶν Χριστιανῶν ὡς ἐκκλησία. Ἔτσι λοιπόν, ἐπειδὴ τὸ σπήλαιον συνδέεται μὲ τὸν Χριστόν, τιμᾶται ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἱερὸς τόπος. Εἰς τὴν τοποθεσίαν τοῦ σπηλαίου ἀναφέρονται τὰ Ὁδοιπορικὰ τῶν Χριστιανῶν προσκυνητῶν, μὲ πρῶτον ἐκεῖνο τῆς Αἰθέριας, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ἀπόστασιν περίπου ἑνὸς χιλιομέτρου ἀπὸ τὴν Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως.

Μὲ βάσιν ἀρχαιολογικὰς μαρτυρίας ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ ἐκκλησία χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν πρώιμον Βυζαντινὴν περίοδον καὶ ὅτι εἶναι τὸ πρώτον χριστιανικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐκτίσθη εἰς τὴν περιοχήν.

Τώρα τὸ Ἱερὸν Οἰκοδόμημα ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε ἐκκλησίας:

Τὸ φυσικὸν σπήλαιον, τὸ ὁποῖον μετετράπη εἰς ἐκκλησίαν ἀπὸ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος

Τὴν ἐκκλησίαν τοῦ σπηλαίου, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 5ον αἰῶνα

Τὸ παρεκκλήσιον τῆς Στέγης, τὸ ὁποῖον ἐπίσης χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 5ον αἰῶνα

Τὴν Βασιλικήν τοῦ 6ου αἰῶνος

Τὴν ἐκκλησίαν τοῦ μοναστηριοῦ, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 7ον αἰῶνα

Τελικῶς ὁ καινούριος τρισυπόστατος Ναὸς ἐκτίσθη δίπλα ἀπὸ τὴν ὑπόγειαν ἐκκλησίαν. Αἱ ἀρχαιολογικαὶ ἔρευναι τὸ 1972-73 ἔφεραν εἰς τὸ φῶς τὰ χρωματιστὰ μωσαϊκά, μὲ τὰ ὁποῖα ἦτο ἐστρωμένον τὸ πάτωμα τοῦ φυσικοῦ σπηλαίου. Ἀνήκουν εἰς τὸν 4ον αἰῶνα καὶ εἶναι παρόμοια μὲ τὰ μωσαϊκά τῆς Βασιλικῆς τῆς Γεννήσεως.

Ἀπὸ τὸν 6ον αἰῶνα οἱ «Ἀγροὶ τῶν Ποιμένων» ἦταν ἐκ τῶν πιὸ σημαντικῶν καὶ σεβαστῶν προσκυνημάτων τῶν . Ὁ σχετικῶς εὔκολος τρόπος προσεγγίσεὼς του ἀπὸ τὸν κυρίως δρόμον, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν Βηθλεὲμ εἰς τὰ μοναστήρια τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας καὶ ἡ στενὴ σχέσις του μὲ τὴν Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως εἰς τὴν Βηθλεὲμ (μία λιτανεία τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ἤνωνε τὰ δυὸ μέρη μεταξύ τους) συνηγοροῦσαν νὰ χτισθῇ ἐδῶ μία πιὸ μεγάλη ἐκκλησία. Μέχρι τὴν ἀρχὴν τοῦ αἰῶνος μας ὁ Πατριάρχης καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μὲ χιλιάδας Ὀρθοδόξους κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς ἤρχοντο εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ σπηλαίου, ἡ ὁποία εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὴν Παναγίαν καὶ ἐλειτούργουν τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων. Μετὰ ἐσχημάτιζον πομπὴν πρὸς τὴν Βηθλεὲμ διὰ τὸν Μέγαν Ἑσπερινὸν τῶν Χριστουγέννων. Σήμερον τὸ πρόγραμμα εἶναι διαφορετικό.

Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων Ἀρχιερεὺς τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων μαζὶ μὲ πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα ἔρχονται εἰς τὸ χωριὸν τῶν Ποιμένων διὰ τὸν Μέγαν Πανηγυρικὸν Ἑσπερινόν τῆς Συνάξεως τῆς Θεοτόκου.

Ἱερά Μονή Ἁγίου Γεωργίου Μπετζάλα

Νοτιοδυτικῶς τῆς Βηθλεὲμ εὑρίσκεται τὸ χωρίον Μπετζάλα, τὸ ὁποῖον κατοικεῖται ὑπὸ Μουσουλμάνων. Εἰς τὸ χωρίον τοῦτο ὑπάρχει Ὀρθόδοξον Μοναστήριον πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τὸν Ἅγιον Γεώργιον εὐλαβοῦνται καὶ οἱ Χριστιανοὶ καὶ οἱ Μουσουλμάνοι, καθ’ὅτι θεωροῦσιν αὐτὸν ντόπιον Ἅγιον καὶ λίαν θαυματουργόν. Τὰ κτήματα πέριξ τοῦ Μοναστηρίου ἦσαν τῆς μητρὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν σώζεται ἰαματικὴ ἁλυσὶς τοῦ Ἁγίου.

Κοινοποίηση
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on Google+
Google+
Print this page
Print