Ἡ ἀκμὴ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων (326-614)

null
image_pdfimage_print

Ἡ ἀκμὴ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων (326-614)

null

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἑξῆς ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἤρχισε νὰ γνωρίζῃ ἡμέρας εὐημερίας καὶ προσήλκυσεν τὴν προσοχὴν ὄχι μόνο τῶν ἁπλῶν πιστῶν ἀλλὰ καὶ τῶν χριστιανῶν πλέον βασιλέων τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

α. Ἀνύψωσις τῆς τιμητικῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων

Εἰς τᾶς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων κατεῖχε ὁ Μακάριος Α’ (314-333), ἱεράρχης σοφὸς καὶ ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων τὸ 313 καὶ τὸν οὐσιαστικὸν θρίαμβον τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ὅλη κατάστασις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων ἤλλαξε ριζικῶς καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἐπισκοπῆς της ηὐξήθη σημαντικῶς. Ὁ Μακάριος, μαζὶ μὲ ἄλλους Ἐπισκόπους τῆς Παλαιστίνης, παρέστη εἰς τὴν Πρώτην Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (325), ὅπου κατέλαβεν τιμητικὴν θέσιν ἀναμέσον τῶν λοιπῶν θρόνων τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ συνάντησιν μὲ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο, κατόρθωσε νὰ ἀποδοθοῦν τὰ ἅγια προσκυνήματα εἰς τὴν χριστιανικὴν λατρείαν καὶ νὰ ἐμπλουτισθοῦν μὲ οἰκοδομήματα ἀντάξια τῆς ἁγιότητός τους. Πάντως δὲν ἀπεδόθη εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τῶν Ἱεροσολύμων μητροπολιτικὸν ἢ πατριαρχικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ ὅ,τι ἐκ συνηθείας καὶ παραδόσεως ἀρχαίας εἶχε δι’ ὡρισμένου κανόνος. Εἰς τὰς συνοδικάς συνελεύσεις τῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιστίνης προήδρευε τιμητικῶς ὁ Ἱεροσολύμων, ἂν καὶ τὸ πραγματικὸν ἀξίωμα τοῦ Μητροπολίτου Παλαιστίνης κατεῖχε ὁ Καισαρείας.

β. Ἀνέγερσις μεγαλοπρεπῶν ναῶν εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους

Ἕν ἔτος μετὰ τὴν σύγκλισιν τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ᾖλθε εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἡ μητέρα τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ἁγία Ἑλένη, ἡ ἔλευσις τῆς ὁποίας λειτουργεῖ ὡς ἀφετηρία διὰ τὴν περαιτέρω ἱστορικήν ἀκμήν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Μὲ τὴν προτροπὴν της διενεργήθησαν ἀνασκαφαὶ εἰς τὴν ἁγίαν Πόλιν, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν εἰς τὸ φῶς τὸ πανάγιον Μαρτύριον τῆς Ἀναστάσεως, δηλαδὴ τὸν Πανάγιον Τάφον, τὸν βράχον τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Τίμιον Σταυρόν. Ὅλα αὐτὰ συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν μεγαλοπρεπῆ Βασιλικὴν τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὁποία ἐκτίσθη ἀργότερον εἰς τὸν ἴδιον χῶρον. Ἡ περιοχὴ αὐτή, κατὰ τὸν χρόνον τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, εὑρίσκετο ἔξωθεν τῶν τειχῶν τῆς πόλεως. Ἡ ἔνταξίς της ἐντὸς τῆς πόλεως ἐπετεύχθη ἀργότερον μὲ τὴν προσθήκην τοῦ τρίτου τείχους ἀπὸ τὸν Ἡρώδην Ἀγρίππαν. Κατὰ τὴν περίοδον τῶν σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ Ἀδριανὸς ἐπιχωμάτωσε τὸν Γολγοθᾶν καὶ τὸν Πανάγιον Τάφον, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ ἅγια αὐτὰ προσκυνήματα νὰ διατηρηθοῦν ἀνέπαφα εἰς τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου. Ἔτσι, μὲ τὰς ἀνασκαφικὰς ἐργασίας, ἀπεκαλύφθησαν ὁ λόφος τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τὸ σπήλαιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀνευρέθη μαζὶ μὲ τοὺς δύο σταυροὺς τῶν λῃστῶν, ὁ Τίμιος Σταυρός, ὁ ὁποῖος ἀνεγνωρίσθη μὲ θαυματουργικὸν τρόπον. Βέβαιον εἶναι ὅτι τμῆμα ἀπὸ τὸν ἀνευρεθέντα Σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου παρέμεινε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐνῷ τεμάχιόν του ἀπεστάλη εἰς τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνον, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ διατάξῃ τὴν ἀνέγερσιν μεγαλοπρεπῶν ναῶν.

Συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον εἰς τὸν χῶρον τοῦ Παναγίου Τάφου, τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ σημείου τῆς Εὑρέσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ προὐβλέπετο ἡ ἀνέγερσις μεγαλοπρεποῦς συμπλέγματος χριστιανικῶν ναῶν. Αἱ ἐργασίαι διὰ τὴν ἀνέγερσίν του ἤρχισαν τὸ 326 καὶ ὁλοκληρώθησαν μετὰ ἀπὸ δέκα περίπου χρόνια. Ἡ περιγραφή τους διεσώθη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸν Εὐσέβιον Καισαρείας (260-340), ἀλλὰ σημαντικαὶ πληροφορίαι παρέχει καὶ ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία, ἡ ὁποία διέμενε εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ τὸ 381 ἕως τὸ 384.

Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἀπεκαλύφθησαν καὶ ἀνεγνωρίσθησαν τὰ περισσότερα ἱερὰ προσκυνήματα εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καί, παραλλήλως, ᾠκοδομήθησαν περικαλλεῖς ναοὶ εἰς διαφόρους καθηγιασμένους ἀπὸ τὸν Κύριον τόπους, ὄχι μόνον γύρω ἀπὸ τὴν ἁγίαν Πόλιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐρυτέραν περιοχὴν τῆς Παλαιστίνης. Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ, ἡ ἁγία Ἑλένη περιόδευε ἀνὰ τὴν Παλαιστίνην καὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ αὐτοκράτορος ἵδρυε ναοὺς καὶ εἰς ἄλλας θέσεις. Ἔτσι ἀνηγέρθησαν ναοί εἷς εἰς τὸ ὑπερῶον τῆς Σιών, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως ὠνομάζετο, καὶ ἡ Βασιλικὴ εἰς τὸ σπήλαιον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ἐπίσης, ναοὶ ἱδρύθησαν εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν εἰς τὸν τόπον τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, εἰς τὴν Βηθανίαν καὶ ἀλλοῦ πέριξ τῆς Ἱερουσαλήμ. Μετὰ τὴν ἁγίαν Ἑλένην μεγάλην εὐλάβειαν πρὸς τοὺς Ἁγίους Τόπους ἔδειξε ἡ Εὐτροπία, πεθερὰ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸ ἐνδιαφέρον τῆς ὁποίας προὐκάλεσε τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τῶν ἐθνικῶν ναῶν καὶ τῶν εἰδώλων εἰς τὴν Χεβρῶνα διὰ καλλιπρεποῦς χριστιανικοῦ ναοῦ. Εἰς τὴν συνέχειαν, ἀνηγέρθησαν εἴκοσι πέντε ἀκόμη ναοὶ εἰς καθηγιασμένους τόπους, ὅπως εἰς τὸν Τάφον τῆς Θεοτόκου εἰς τὴν Γεθσημανῆν, εἰς τὴν πηγὴν τοῦ Σιλωάμ, εἰς τὸν τάφον τοῦ Λαζάρου εἰς τὴν Βηθανίαν, εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ πλησίον τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὴν Χεβρῶνα καὶ «παρὰ τὴν δρῦν Μαμβρῆ», εἰς τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ, εἰς τὸν χῶρον τῆς κατοικίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου εἰς τὴν Καπερναούμ, εἰς τὸν τόπον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τὴν Ναζαρέτ, εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, εἰς τὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη γνωστὰ χριστιανικὰ προσκυνήματα.

Ἀργότερον, ᾠκοδομήθη καὶ ὁ ναὸς τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου εἰς τὴν Λύδδα, ὁ ὁποῖος προσέδωσε εἰς τὴν πόλιν ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ναῶν αὐτῶν ἀνηγέρθησαν μὲ προσωπικὴν μέριμναν τῆς ἁγίας Ἑλένης, ἦσαν δὲ κτίρια μεγαλοπρεπῆ καὶ ἀπαραμίλλου τέχνης, μὲ πλουσίαν ἐσωτερικὴν διακόσμησιν ἀπὸ ψηφιδωτὰ καὶ ἐντυπωσιακὰ μαρμαροθετήματα. Τὰ ἐγκαίνια μάλιστα τῶν δυὸ ναῶν, τῆς Ἀναστάσεως καὶ τοῦ Γολγοθᾶ, ἐτελέσθησαν μὲ τὴν παρουσίαν κλήρου καὶ λαοῦ τῇ 14ῃ Σεπτεμβρίου τοῦ 335 καὶ ὁ ἑορτασμός τους διήρκησε ὀκτὼ ἡμέρας. Μὲ τὰς ἐνεργείας αὐτὰς προεβλήθησαν ἀκόμη περισσότερον οἱ Ἅγιοι Τόποι μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναδειχθοῦν σταδιακῶς εἰς παγκόσμια προσκυνήματα.

γ. Ἀνάπτυξις τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Παλαιστίνην

Παραλλήλως μὲ τὴν τὴν διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην, ταχύτατα ἀνεπτύχθη καὶ ὁ μοναχικὸς βίος. Τὸ μοναχικὸν ἰδεῶδες ἐλάμπρυναν ἀρχικῶς οἱ πρῶτοι μεγάλοι πολισταὶ τῆς ἐρήμου Ἰλαρίων καὶ Χαρίτων. Ὁ ἅγιος Ἰλαρίων, ὁ κατεξοχὴν ἱεραπόστολος τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην, κατὰ τὴν παραμονήν του εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἐγνώρισε τὸν ἅγιον Ἀντώνιον καὶ τὸν ἠκολούθησε εἰς τὴν ἔρημον. Ἐπιστρέφων εἰς τὴν πατρίδα του ἐπέλεξε ἔρημον τόπον ἀνάμεσον τῆς Γάζης καὶ τῆς Μαϊουμᾶ καὶ ἐκεῖ διῆγε ἀσκητοτρόπως. Πρῶτον μοναστικόν του κέντρον ὑπῆρξε τὸ 328 ἡ περίφημος Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνος, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ συγκρότημα πολλῶν κελλιῶν διεσπαρμένων εἰς τὴν ἔρημον. Ὁ ἅγιος Ἰλαρίων προσπάθησε ὄχι μόνο νὰ συνενώσῃ τοὺς μοναχοὺς εἰς κοινὸν βίον, ἀλλὰ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς εὐεργετικὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν κόσμον, χάριν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν. Τὴν ἰδὶαν περίοδον ἀρχίζει τὴν δρᾶσιν της μία ἀκόμη μεγάλη ἀσκητικὴ μορφὴ, ὁ ἅγιος Χαρίτων, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὁ ρυθμιστὴς τοῦ μοναχικοῦ βίου εἰς τὴν Παλαιστίνην. Ὁ Χαρίτων, ἐρχόμενος ἀπὸ τὸ Ἰκόνιον εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ, συνελήφθη ἀπὸ λῃστὰς καὶ μετεφέρθη εἰς τὸ κρυσφήγετὸ τους εἰς τὴν ἔρημον Φαράν, πλησίον τῶν Ἱεροσολύμων. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσίν του ἐπανῆλθε εἰς τὴν Φαρὰν καὶ ἐκεῖ τὸ 330 ἵδρυσε τὴν Πρώτην Λαύραν εἰς τὴν ἔρημον τῆς Ἰουδαίας. Τὰ ἐγκαίνιά της ἐτέλεσε ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μακάριος. Ἀργότερον, ὁ ἅγιος Χαρίτων μετέβη εἰς τὸ Σαραντάριον ὄρος, ὅπου ἵδρυσε τὴν Νέαν Λαύραν ἢ Λαύραν τοῦ Δούκα, ἐνῷ εἰς τὴν συνέχειαν ἀνεχώρη καὶ πάλι πρὸς τὴν ἔρημον τῆς Ἰουδαίας, ὅπου ἀπεσύρθη εἰς τὰ σπήλαια τῆς Τεκώα. Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ὡδήγησε πλησίον του πολλοὺς μοναχούς, διὰ χάριν τῶν ὁποίων ἵδρυσε τὴν Τρίτην Λαύραν ἢ Λαύραν τοῦ Σουκᾶ, τὴν καλουμένην καὶ Παλαιὰν Λαύραν.

Εἰς τὰ χρόνια τά ὁποῖα ἠκολούθησαν, τὸ μοναχικὸν σύστημα καθιερώθη καὶ εἰς τοὺς ναοὺς τῶν Ἱεροσολύμων. Εἶναι εὐνόητον ὅτι αἱ πολλαπλοὶ λατρευτικαὶ ὑποχρεώσεις καὶ αἱ κάθε εἴδους ἱεραὶ ἀκολουθίαι ὑπαγόρευσαν τὴν συγκρότησιν μοναχικοῦ τάγματος διὰ τὴν ἱερατικὴν διακονίαν, κυρίως εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως. Ἔτσι προῆλθε ἡ Ἁγιοταφιτικὴ Ἀδελφότης, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἰδιαίτερον μοναχικὸν τάγμα, ἀφοσιωμένον εἰς τὴν διηνεκῆ ἱερὰν διακονίαν. Ἀπὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦσαν οἱ μοναχοὶ αὐτοί, σπουδάζοντες ἐν τῷ ψάλλειν τὰς νυχθημερινὰς ἱερὰς ἀκολουθίας, ἔλαβον καὶ τὴν ὀνομασίαν «Σπουδαῖοι τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως» ἢ «Τάγμα τῶν Σπουδαίων». Τὸ τάγμα αὐτὸ κατηρτίσθη ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως ἢ καὶ προγενέστερον, κατὰ τὸν 3ον αἰῶνα, ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων Ἀλέξανδρον. Τὴν προσωνυμίαν “Σπουδαῖοι” ἔλαβε τὸ τάγμα ὡς ἐκ τοῦ ἐναρέτου καὶ ἀσκητικοῦ βίου τῶν μελῶν αὐτοῦ, διότι ἡ λέξις σπουδαῖος ἦτο ταυτόσημος πρὸς τὰς λέξεις ἐνάρετος, καὶ φιλόπονος, ἐχρησιμοποιεῖτο δὲ κατ’ ἐξοχὴν διὰ τοὺς ἐναρέτους μοναχοὺς ἀσκητὰς τοῦ 4ου, 5ου καὶ 6ου αἰῶνος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ τὴν Ἀντιόχειαν.

Παρόμοια μοναχικὰ τάγματα ἐδημιουργήθησαν καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ναοὺς, ὅπως οἱ «Σπουδαῖοι τῶν Βασιλικῶν τῆς ἁγίας Σιὼν» εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ «τῆς Γεννήσεως» εἰς τὴν Βηθλεέμ. Τὰ τάγματα αὐτὰ ἦσαν ὑπεύθυνα διὰ τὴν τέλεσιν τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν περιφρούρησιν τῶν λαμπρῶν αὐτῶν μνημείων τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀπὸ μαρτυρίας τῆς ἰδίας περιόδου, πληροφορούμεθα τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὀφφικίου τοῦ Σκευοφύλακος ἢ Κειμηλιάρχου τῆς ἁγίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἠμῶν Ἀναστάσεως, καθὼς ἐπίσης καὶ ἐκείνου τοῦ Σταυροφύλακος, τοῦ τὴν παραφυλακὴν τοῦ τιμίου ξύλου τοῦ Σταυροῦ πεπιστευμένου.

δ. Ἐνισχύσεις ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορας

Εἰς τὸ μεταξὺ ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐσυνέχιζεν τὴν ἀνοδικήν της πορείαν. Ἡ ριζικὴ ἀλλαγή, ἡ ὁποία εἶχε ἐπέλθει κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαποιμάνσεως τοῦ Μακαρίου, ἐσυνεχίσθη καὶ μὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ διαδόχου του, Μαξίμου Γ’ (333-348), ὁ ὁποῖος συνέβαλε οὐσιαστικῶς εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην. Τὸ 335 ἐνεκαινιάσθησαν οἱ ναοὶ τῶν Ἱεροσολύμων παρουσίᾳ ὅλων τῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι μετεῖχαν εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Τύρου. Ἡ Μήτηρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπέβη περιφανέστατον κέντρον τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀμέσως μετὰ ἠκολούθησε μεγάλη ταραχὴ εἰς τὴν Παλαιστίνην ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Αἱ ἀλλεπάλληλαι σύνοδοι ἐκλυδώνισαν τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Μάξιμος, ἂν καὶ δὲν εἶχε μητροπολιτικὴν ἐξουσίαν, συνεκάλεσε Σύνοδον τὸ 346 ὑπὲρ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Ἡ πρᾶξις του αὐτὴ προὐκάλεσε μεγάλην δυσαρέσκειαν εἰς τοὺς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον τὴν ἐξορίαν του (347-348), κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἀπεβίωσεν.

Κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον ἐκόσμησε ὁ περιφανὴς κατηχητὴς Κύριλλος Α’ (350-386), ὁ ὁποῖος ἦλθε ἐπανειλημμένως εἰς σύγκρουσιν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς προσωπικούς του ἀντιπάλους. Τὸ ὀρθόδοξον πνεῦμα, ἡ δογματικὴ κατάρτισις, ἡ προσήνεια καὶ ἡ συνεχὴς ἀγωνιστικότης του ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν εἶχον ὠς ἀποτέλεσμα ἡ Ἱερουσαλὴμ νὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Παραλλήλως, ὁ ἐσκεμμένος παραγκωνισμὸς τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Κυρίλλου ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην Καισαρείας Ἀκάκιον, ἐξαιτίας τῶν μεγάλων διαφορῶν εἰς σπουδαῖα δογματικὰ ζητήματα εἶχε ὡς συνέπειαν τὴν διατάραξιν τῶν σχέσεων ἀναμέσον τῆς Μητροπόλεως καὶ τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἡ τελευταία δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ὑπάγεται ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν διαρκῶς παρακμάζουσαν Καισάρειαν. Μετὰ μάλιστα καὶ τὴν Δευτέραν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (381), ἡ ὁποία κατεδίκασε τὰς διαφόρους αἱρέσεις καὶ ἐδικαίωσε τὸν Πατριάρχην Κύριλλον, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐξηκολούθη νὰ ἀποκτᾷ συνεχῆ πνευματικὴν ἄνοδον. Τὴν περίοδον αὐτὴν ὅλοι οἱ αὐτοκράτορες διετήρησαν ἀμείωτον τὸ ἐνδιαφέρον τους διὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους, μὲ μόνην ἐξαίρεσιν τὴν ἀπέλπιδα ἀπόπειραν τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363) διὰ ἐπιστροφὴν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν.

Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ ὅτι ἀντάξιαι πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῶν ναῶν ἦσαν καὶ αἱ ἱεραὶ τελεταί. Ἀποτελεῖ εὐτύχημα τὸ γεγονὸς ὅτι διεσώθησαν μέχρι σήμερον ἐκτενεῖς περιγραφαὶ τῶν τελετῶν αὐτῶν. Εἰς τὸ «Ὁδοιπορικὸν τῆς Αἰθερίας», καθὼς καὶ εἰς τὰς «Κατηχήσεις» τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, περιέχονται πολύτιμαι λεπτομέρειαι διὰ τὰς ἀκολουθίας, αἱ ὁποῖαι ἐψάλλοντο καθημερινῶς καὶ κατὰ τὰς Κυριακὰς εἰς τοὺς τρεῖς τότε ναούς, τῆς Ἀναστάσεως, τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ Μαρτυρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ ἐκείνας τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Ἀπὸ τὰς μαρτυρίας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ τῆς Αἰθερίας» καταφαίνεται ὅτι αἱ ἱεραὶ ἀκολουθίαι εἰς τὰ Πανάγια προσκυνήματα ἐτελοῦντο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἑλληνικὴν καὶ εἰς ὁρισμένας μόνον περιστάσεις τὰ ἀναγνώσματα ἑρμηνεύοντο εἰς ἄλλας γλώσσας. Ἀπὸ μαρτυρίας προκύπτει ὅτι, μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν καὶ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος, ἡ χριστιανικὴ πίστις ἑδραιώθη ὡς ἐπίσημος θρησκεία τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων προσέλαβε χαρακτῆρα καὶ ὑπόστασιν ἑλληνικήν, ὅπως ἑλληνικὴ ἦτο καὶ ἡ χρησιμοποιουμένη λειτουργικὴ γλῶσσα.

Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 5ου αἰῶνος καὶ ἑξῆς καί, ἐνῷ τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον Ἱεροσολύμων κατεῖχε ὁ φωτισμένος ἱεράρχης Ἰωάννης Β’ (386-417), ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἐγνώρισε μεγάλην ἀκμὴν μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του τὸ σημαντικότερον γεγονὸς ἦτο ἡ πτώσις τοῦ ἐθνισμοῦ εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἡ ὁποῖα ὠφείλετο κυρίως εἰς τὰς ἀποστολικὰς ἐνεργείας τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἁγίου Ἐπισκόπου της Πορφυρίου (+420). Ἰδιαιτέρως ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ὄχι μόνον ἐχορήγησε ἀξιόλογον χρηματικὴν συνδρομὴν καὶ τὸ ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον διὰ τὴν ἀνέγερσιν χριστιανικοῦ ναοῦ εἰς τὴν Γάζαν, ἀλλὰ ἀπέστειλε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ οἰκοδομικὸν ὑλικόν, πολυτίμους κίονας καὶ μάρμαρα, μαζὶ μὲ τὸν μηχανικὸν Ρουφίνον ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν. Ὁ ναὸς αὐτὸς ἀντικατέστησε τὸ εἰδωλολατρικὸν Μαρνεῖον καὶ πρὸς τιμὴν τῆς αὐγούστας ὠνομάσθη «Εὐδοξιανή» (407). Ἀλλὰ καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος Β’ (418) συνέδραμε τὸν διάδοχον τοῦ Ἰωάννην, Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων Πραΰλιον (417-422), μὲ σεβαστὸν χρηματικὸν ποσὸν ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ σταυρὸν χρυσοῦν διάλιθον διὰ τὸν ἅγιον Γολγοθᾶ.